Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

Τέχνες-Ποίηση-Γράμματα-Χορός


Πολλά στιχάκια ή και αλάκερα τραγούδια, ετραγουδιόντανε τσου Λιαπάδες παλαιότερα. Σε κάθε ευκαιρία, για χαρά ή λύπη, τα τραγούδια τα λέγανε συνήθως οι γυναίκες.
Πολλά στιχάκια και τραγούδια, τα γράφουμε εδώ σαν ανώνυμα, γιατί δεν ξέρουμε τσου δημιουργούς. Σίγουρο είναι, πως μερικοί από αυτούς, ήτανε από τσου Λιαπάδες.

Όσα πλουμίδια κόρη μου
έχει το πεσελί σου
τόσα τραγούδια και χαρές
να λάβεις στη ζωή σου

Εγώ θα φύγω μάνα μου
και δώς μου την ευχή σου
και πες που δε με γέννησες
και δε μ’ είχες παιδί σου

Σύρε παιδί μου στο καλό
και στην καλή την ώρα
και να γιομίσει ο δρόμος σου
γαρύφαλλα και ρόδα

Χριστέ μου να μιλούσανε
κι οι φωτογραφισμένοι
να με παρηγορούσανε
και μένα την καημένη.

Όσα άστρα έχει ο ουρανός
κι όσα γουλιά έχει ο άμμος
τόσα γλυκοφιλήματα
στα μάγουλά σου απάνω

Ο πεθερός σου βασιλιάς
καλή κι η πεθερά σου
καλά τα συγγενάρια σου
με γειά σου με χαρά σου.

Απ’ όσοι ειμάστενε εδώ
κανένας δε μ’ αρέσει
παρά η νύφη κι ο γαμπρός
που κάθονται στη μέση

Ένα τραγούδι θα σου πω
απάνω στη δεκάρα
να ζήσει η νύφη κι ο γαμπρός
κουμπάρος και κουμπάρα

Σύρε κι αλλού και γύρισε
πάλε κι αντάμωσέ με
αν έβρεις πιο καλύτερη
εμέ παράτησέ με

Εγώ ήλεγα π’ αγάπησες
καμμιά καλύτερή μου
να βάλω πάθος μέσα μου
να σώσω τη ζωή μου

Αγάπησες τα φρόκαλα
κλωτσοπατήματά μου
που τα κλωτσώ και τα πατώ
και χαίρεται η καρδιά μου

Είπα πολλά και σώνουνε
δεν έχω άλλη ώρα
ο νους μου έφυγε από δω
και πάει σ’ άλλη χώρα

Αναστενάζω κι ο καπνός
μου μαύρισε τα ρούχα
έχασα χώρες και χωριά
πάνε οι ελπίδες πούχα

Να χαμηλώναν τα βουνά
νάβλεπα και από πίσω
νάβλεπα και το Σπύρο μου
να τονε χαιρετήσω.

Να χαμηλώναν τα βουνά
Θεέ μου χαμήλωσέ τα
νάβλεπα την αγάπη μου
κι’ ύστερα ασήκωσέ τα

Εσύ απ’ αυτού και γω από δω
να στείλουμε ένα γράμμα
εσύ να γένεις τούμπανο
και γω ψηλή καμπάνα

Εσύ απ’ τον ανήφορο
και γω απ’ το σιαδάκι
σου στέλνω χαιρετίσματα
με το περιστεράκι

Τι να σου κάμω αγάπη μου
που είναι ελιές στη μέση
να σου μιλήσω δεν μπορώ
να κλάψω δε με βλέπεις

Έλα ψηλέ μου Άγγελε
Ψηλά να σ’ ανιβάσω
Εγώ για σένα πρόκειται
τα νιάτα μου να χάσω

Σύρε μωρέ ξεσφάλισε
φύτεψε κεντρωμάδες
κι΄ ύστερα στείλε προξενιά
στη μέση τσου Λιαπάδες

Στο παραθύρι του Γαρμπή
κάθονται δυο αδερφάδες
κι' αν δε την πάρω τη στερνή
θα κάψω τσου Λιαπάδες

Φεύγα μωρέ ρεντίκουλο
τυρί τριβουλιασμένο
που τάβαλες μ’ εμένανε
μωρέ κιτρινιασμένο

Δε σ’ ήθελα καημένε μου
δε θέλω, δε σε θέλω
δε την πατείς τη πόρτα μου
να ‘χεις χρυσό καπέλο

Εγώ έλεγα τση τύχης μου
Ψηλά να μ’ ανιβάσει
Κι’ εκείνη ξύλα μάζωνε
Φωτιά για να με κάψει.

Εγώ για το δεσπέτο σου
κι εγώ για το μπουρδί σου
θα πάρω την ξαδέρφη σου
πούναι καλύτερή σου

                                        Ψηλό αεροπλανάκι μου
σύρε και κάμε βόλτα
και στείλε χαιρετίσματα
τσ’ αγάπης μου την πόρτα

Εγώ τα τραγουδάκια μου
τα λεω στον αέρα
δεν τραγουδώ για έρωτα
μην έχετε ιδέα

Εγώ κι’ αν παίζω και γελώ
και δυο καρδιές κι αν έχω
η μία παίζει και γελά
κι άλλη ξέρει τι έχω

Σ’ αγάπησα γιατί έλεγα
πως μ’ αγαπάς και μένα
αν τόξερα πως με γελάς
άλλα ‘χα καμωμένα

Αν άργησες και ξάργησες
αμάνκου την επήρες
βυζιά σα πετροκόφινα
και κόλους σα σφυρίδες

Χριστέ μου βρέξε κάστανα
και χιόνισε καρύδια
και γιόμισε τσ’ αγάπης μου
τα χέρια δαχτυλίδια

Ανίβηκα στον ουρανό
με μάτια δακρυσμένα
και μούπανε δυο σύγνεφα
π’ έχει ο Θεός για μένα

Ανίβηκα στον ουρανό
και ρώτησα τα γνέφια
και ρώτησα αν παίρνονται
τα δεύτερα ξαδρέφια

Τι με πονεί πουλάκι μου
που θα ξεχωριστούμε
μα θάρθει παλαι ο καιρός
να ξανανταμωθούμε

Φεύγεις και φεύγει η έγνοια μου
και η γεια απ’ το κορμί μου
και πότε θα σε ξαναδώ
αγγελικό κορμί μου

Ο ουρανός κι αν κατηβεί
και γης να πάει απάνω
δε σ’ απαρνιέμαι αγάπη μου
μέχρι που να πεθάνω

Ω Ουρανέ Πατέρα μου
και γης μάνα γλυκιά μου
να μην περάσει άλλος κανείς
τα πάθη τα δικά μου

Σαν τη ζωή που ζιώ εγώ
κανείς να μην τη ζήσει
ούτε πουλάκια στη στεριά
ούτ’ άνθρωπος στη Δύση

Σήμερα κι αύριο είσαι ‘δώ
ακόμα το Σαββάτο
την Κυριακή μ’ αφήνεις γεια
μήλο μου ζαχαράτο

Πηγή: Τα παραπάνω στιχάκια, τα διηγήθηκε η Τασία του Κολητήρη



Πάρτε γιατροί τα γιατρικά
και σύρτε στη δουλειά σας
γιατί η αρρώστια που' χω εγώ
δεν είναι στα χαρτιά σας

==================================================


             Για τέσσερα παλιόσκορτσα
                 για πέντε κεραμίδια
           δε μου σε δίνει η μάνα σου
             που να τη φαν’ τα φίδια

           Να τηνε φάει ο σκορπιός
             κι’ όλα τα σαμαμίδια

----------------------------

Για δέστε τι εκάμανε
Μάρμαρο Κανακάδες
εσφάξανε ένα γάϊδαρο
οι παλιοκερατάδες

Πρώτη χαψιά εβάρησα
μούφυγε μιά δοντούρα
και τότες το κατάλαβα
πως είναι από γαϊδούρα.

-----------------------------
Χωριό χωριό είν’ οι Λάκωνες
το κάστρο οι Λιαπάδες
τα ξεχασμένα τα χωριά
Μάρμαρο Κανακάδες.

-----------------------------------
Νάχε η Οδήτρια κλαριά
κι’ η Άγια Θέκλη κλώνους
θαρχόμουν να σ’ αντάμωνα
κει πέρα τσου Μεσόνους

-------------------------------
Κουμπάρε φάε λάχανα
και πιες από τον Μπότη
τσου Γαρδαλάδες κάμανε
το γάϊδαρο δεσπότη.
--------------------------------
Στο ξεχασμένο* το χωριό
έχει κάμαρες οχτώ
και πουτάνες δεκοχτώ.
Μπαινοβγαίνουν οι γαμπροί,
σαν οι τράοι στο μαντρί,
σμίγουνε τα κέρατά τους
και τα φυλλοφάνεστρά τους.


* βάνετε όποιο χωριό θέλετε...

========================================================
 Η Μήλω του Γεράσιμου, είχε τη χάρη να συνθέτει στίχους με μεγάλη ευκολία. Είναι κρίμα που κανένας από τσου δικούς της, δεν εκράτησε τσου στίχους αυτούς. Διαβάστε μερικούς...

Με μοίρασε ο πατέρας μου
με μοίρασε ο αδερφός μου
κι’ ένα ποδάρι πυροστιά
πήρα στο μερτικό μου

Απ' όλα του Γεράσιμου
το στόμα του μ’ αρέσει
πούνε σα γαϊδουρόκολος
την ώρα που θα χέσει


Η ίδια, ανήβηκε μία φορά στα Ρουμανάτικα, και κάποια γυναίκα που ζύμωνε, τσήδωκε ένα κομμάτι ζεστή μπαρμπαρέλα. Όμως, κάποια κότα, τση πήρε το ψωμί από το χέρι, και η Μήλω εσκάρωσε αμέσως τον επόμενο στίχο:

Ανήβηκα στου Ρουμανή
και έκατσα στη πόρτα,
μου δώκανε φρέσκο ψωμί
μου τόφαε η κότα

Ο Σπύρος ο Τρίβουλας, έπαθε μία ζημιά τσου Λάκωνες με το τρακτέρι του. Λίγες μέρες μπριχού, είχε πέσει από το μουλάρι του. Η Μήλω απάγγειλε αμέσως τον παρακάτω στίχο:


Πότε ζημιές με το τρακτέρ
πότε με το μουλάρι,
άλλος από τον Τρίβουλα

δεν έχει αυτή τη χάρη.

Ο Δήμος ο Γαρούνας, έγραψε λίγους στίχους, όταν έπιακε φωτιά το σπίτι του Τσίτου:

Στο σπίτι του Τσίτου
λάμπατα εγινήκαν,
Τούρκος, Τσίτσης και Τσιγάντες
ήταν όλοι νεκροθάφτες.

Ο Μήτσος ο Τζαγδάρης, έγραψε πολλά ποιήματα με αξιόλογους στίχους,  τα οποία εκφώνησε στην εκκλησία και στην πλατεία του χωριού. Όμως, κατά δήλωσή του, κανένα γραφτό δεν υπάρχει πλέον.

 Η Μαρία Ρεπούλιου-Μποζίκη (τ’ Ανίση), έλαβε μέρος σε πανελλήνιο διαγωνισμό ποίησης, με το ποίημά της “Χρόνος”. Το ποίημά της διακρίθηκε στα δεκαπέντε καλύτερα σε πανελλήνια κλίμακα. Η ίδια έχει γράψει και άλλα ποιήματα.

 Πολιτιστικές Εκδηλώσεις
Ο προηγούμενος αιώνας, ήταν φτωχός για τσου Λιαπαδίτες, από άποψη πολιτιστικών εκδηλώσεων. Κάπου κάπου, έφερναν κάποια παλιά ελληνική ταινία και την πρόβαλαν στη μάντρα τση εκκλησιάς, ή στο Συνεταιρισμό.
Παραστάσεις καραγκιόζη εγενόντανε στο μαγαζί του Μήκιου του Λινιά, στη δεκαετία του ’50. Την ίδια περίπου εποχή, μερικές παραστάσεις καρακιόζη έκανε και ο Κώστας ο Κόκολος στο σπίτι του.
Στη χώρα προσφέρονταν θεατρικές παραστάσεις υψηλών απαιτήσεων, τις οποίες τιμούσε η τότε εκλεκτή κερκυραϊκή κοινωνία. Πολλές συναυλίες εγενόντανε επίσης στο Φρούριο, από αθηναϊκούς θιάσους ή μεμονωμένους τραγουδιστές και ηθοποιούς.
Μετά το 2000, με τους Καποδιστριακούς Δήμους, υπήρχε πάντα ένα πρόγραμμα πολιτιστικών εκδηλώσεων, το οποίο συνεχώς εμπλουτιζόταν, προσφέροντας κάθε καλοκαίρι στο χωριό μας ένα πρόγραμμα πολιτιστικών εκδηλώσεων, με θεατρικές παραστάσεις, χορωδίες, γιορτή σαρδέλας  κ.ά. Ατυχώς με τον Καλλικράτη, σταμάτησε κάθε παροχή πολιτιστικού υλικού στο χωριό.

        Η οικογένεια Γιώργου Παγιάτη, Μπουράρου (Ερασμία, Γιώργος, Αιμιλία και Χρήστος), ασχολήθηκε για πολλά χρόνια επαγγελματικά  με το χορό. Το ρεπερτόριό τους εκάλυπτε βασικά παραδοσιακούς κερκυραϊκούς χορούς, που τα τελευταία χρόνια εμπλουτίσθηκαν με ζεϊμπέκικα και άλλους ελληνικούς λαϊκούς χορούς. 

       Ο Δημήτρης ο Σαΐτας, διηγείται πολλά σκετς, τα οποία είναι ανέκδοτα και δείχνουν μεγάλο ταλέντο. Αν είχε πάει στην Αθήνα, μπορεί και να είχε κάμει όνομα. ‘Όμως, επροτίμησε να μείνει στο χωριό και να παραμείνει …στάσιμος! Ο Σαΐτας, έγραψε πολλά ποιήματα, μερικά εκ των οποίων θα μπορούσαν να είχαν γίνει επιτυχίες και να τα τραγουδάει όλη η Ελλάδα. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου