Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

Οι γιορτάδες τα παλαιά χρόνια

Στα μέσα του περασμένου αιώνα, όσα δηλαδή μπορεί να θυμούνται οι γερόντοι του χωριού εσήμερα, τσι γιορτάδες τσι περνούσανε φτωχικάτα, όπως πάντα. Μπριχού έρθει το ηλεκτρικό ρεύμα στο χωριό τσι 10 Σεπτεμβρίου 1966, οι παλαιοί μας επαιρνούσανε πιο δύσκολα. Τα Χριστούγεννα ήτανε μία από τσι τρεις μεγάλες γιορτές που ετρώγανε κρέας. Οι άλλες δύο ήτανε η Λαμπριά και τση Παναγίας. Όλοι σχεδόν οι Λιαπαδίτες επαραγγέλνανε από μέρες πριν το κρέας* για την ημέρα αυτή. Στο χωριό εσφάζανε αρνιά και χοιρινά και καμία φορά μοσχάρι, αλλά εφέρνανε κρέας και από τσου Γιαννάδες και από τη χώρα. Τα σφαχτά τα εκρεμούσανε με τα τσιγκέλια όξω από του Καλαφάτη και όσοι είχανε δηλώσει παραγγελίες επαίρνανε το κρέας τους, πολλές φορές μπιστιού για την άλλη σοδειά. Κάποιοι Λιαπαδίτες με πιο αδύνατη τσέπη, τη βγάνανε τσι γιορτάδες χωρίς κρέας, με μπακαλάρο ή στακοφίσι και με καμία κίχλα από το κυνήγι.

Τα Χριστούγεννα εβάνανε όλοι τα καλά τους τα σκουτιά. Ας μην ήτανε καινούργια, ας ήτανε και μπαλωμένα, φτάνει μοναχά να ήτανε καθαρά. Ετότες ο κόσμος επήγαινε στην εκκλησιά πιο ταχτικά απ' ότι εμείς τσι μέρες μας. Πιο πολύ εκκλησιαζόντανε οι γυναίκες παρά οι άντρες. Στα σπίτια δεν εστολίζανε χριστουγεννιάτικα δέντρα. Με τα χρόνια, επαίρνανε ένα κυπαρισσούλι που τόχανε σταμπάρει και το στολίζανε όπως όπως.Τα δώρα τσου μπαιδιώνες ήτανε κάνα σκουτί, γιατί τα παιχνίδια τση χώρας ήτανε ακριβά και μόνο για λίγους. Τα κάλαντα, προσαρμοσμένα στα Λιαπαδίτικα, τα λέγανε τα παιδιά, αλλά και καμπόσοι μεγάλοι. Τα παιδιά δεν εβγαίνανε το πρωί τση παραμονής όπως τώρα, αλλά νωρίς το απόγιομα και εβαστούσανε και κοφίνι, γιατί πολλές γυναίκες μη έχοντας όβολα τσου δίνανε ένα αβγό ή κατιτίς άλλο. Οι μεγάλοι εβγαίνανε σε μικρές παρέες και ελέγανε τα κάλαντα όχι για λεφτά, αλλά μπαίνοντας σε επιλεγμένα σπίτια, το ρίχνανε στο κρασί και τσου μεζέδες. Το βράδι σε πολλά σπίτια είχανε πατσά, τσιλίχουρδα και χορδές.

Τ΄Άη Βασιλιού και τα Θεοφάνεια, εγενόντανε περίπου τα ίδια. Το πρωί σε όλα τα σπίτια εκάνανε τηγανίτες και εσερβίρανε με συκομαΐδα, σύκα ξερά, καρύδια, σταφίδες, ούζο και λικέρ μαστίχα. Όλοι ανταλλάζανε ευχές με την καρδιά τους και επαίρνανε δύναμη για τον καινούργιο χρόνο. Το μενού ετότες δεν είχε γαλοπούλα, αλλά κόκορα ντόπιονε παστιτσάδα με χοντρή μανέστρα. Επίνανε κρασί κακοτρύγη χωριάτικο όσοι είχανε και όσοι δεν είχανε, αγοράζανε καμία ξέστα από άλλο χωριανό. Ο σχετικός τζόγος εγενόντανε και ετότες. Ταψήλου με τάλαρα (Μούτρα ή Μάρκοι) στη μάντρα τση εκκλησιάς και στην πλατεία από τον Προμπόγιο και τον Κουίνο, ενώ σόλιο, πρέφα, τόμπολα και άλλα παιχνίδια επαιζόντανε με λεφτά στα καφενεία.

Τη Λαμπριά με ανοιξιάτικο καιρό, η γιορτή ήτανε πιο επίσημη και ερχόντανε και Λιαπαδίτες από την Αθήνα και τα ξένα. Ετότες η Ανάσταση στην εκκλησιά εγενόντανε ανήμερα το πρωί και στα σπίτια δεν εσουβλίζανε αρνιά. Το έθιμο είναι νεόφερτο από την Αθήνα. Πάντα είχανε κρέας από τα αρνόπουλά τους, και εσυμπληρώνανε πατσά σούπα και άντερα χορδές ή τσιλίχουρδα. Τυρί από δικό τους με όλο του το βούτυρο και αβγά κόκκινα από τσι κότες τους.

Τση Παναγίας ακλουθούσανε τα ίδια παλιά περίπου έθιμα, φτωχικάτα όπως όλοι και τα πανηγύρια σε όλα τα γύρω χωριά, ήτανε ο μοναδικός τρόπος διασκέδσης.

* Σήμερα το κρέας το γοδέρουμε όλοι, μαζί με τη χοληστερίνη που μας αναλογεί...