Τετάρτη, 27 Μαΐου 2020

Ιταλικός στρατός κατοχής στους Λιαπάδες

Η ΝΕΟΤΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ

31 Αυγούστου 1923: Οι Ιταλοί βομβαρδίζουν και καταλαμβάνουν την Κέρκυρα και η κατοχή αυτή θα διαρκέσει μέχρι τις 27 Σεπτεμβρίου 1923.
Υπήρξε όμως και μία δεύτερη ιταλική κατοχή στο νησί από 23 Απριλίου 1941 μέχρι τις 8 Σεπτεμβρίου 1943.

Σε αυτό το δεύτερο διάστημα, ένα ιταλικό απόσπασμα κατασκήνωσε στους Λιαπάδες. Ο Pierro Parini ήταν ο “Αρχηγός του Γραφείου Πολιτικών Υποθέσεων των Ιονίων Νήσων” και πίστευε στο όραμα της προσάρτησης της Κέρκυρας στην Ιταλία. Με εντολή του λειτούργησαν στρατιωτικές μονάδες σε πολλά χωριά ύψιστου γεωγραφικού ενδιαφέροντος. 
Ο σκοπός της άφιξης του αποσπάσματος στους Λιαπάδες, ήταν η κατασκευή και επάνδρωση σκοπιάς 24ώρου βάσεως, στο χτήμα του Μπαλή στη Βάρδια. Μία τσιμέντινη βάση, είναι ακόμη εκεί (2020), κάτι που το επαλήθευσε και ο Γιώργος ο Μπαλής.
Στους Λιαπάδες έστησαν αντίσκηνα στα Μουρσιά στις ελιές του Κουνούβελου, έξω από το σπίτι του Θοδωρή του Κέρκυρα.
Οι Ιταλοί συμπαθούσαν τους Λιαπαδίτες και ο επικεφαλής αξιωματικός με το όνομα Τζίνο το έδειχνε φανερά. Κάτω από το σπίτι του Καρόνια, σε μία κουφάλα ελιάς, ο Ιταλός μάγειρας έστησε το μαγειρείο του. Κάθε μέρα εμαγείρευε φαγητό για όλο το χωριό. Ο μάγειρας είχε ένα σήμαντρο, σαν της Άγιας Θέκλης, και το σήμαινε όταν το φαΐ ήταν έτοιμο. Επειδή η πείνα είναι κακός σύμβουλος, χωρίς ντροπή, όλοι οι χωριανοί ερχότανε με ένα κατσαρολί ή ένα λατί και έπαιρναν τη μερίδα τους. Ο Τζίνο αγαπούσε πολύ τα παιδιά και τους έδινε πάντα προτεραιότητα στο φαγητό. Τους έδινε ακόμη καραμέλες και σοκολάτες.
Ο Τζίνος του Γαλάνη επήρε το παρανόμι του από τον Τζίνο τον Ιταλό, ενώ εγώ και ο Σπύρος ο Στούπας, είμαστε ...υπό την προστασία του.

Κάποιος Κακαρέλης με το παρανόμι Βράκας, είχε στο σπίτι του μία γαϊδούρα που ήτανε τοιμόγενη. Όταν εκόντευε να γεννήσει, πήρε τη γαϊδούρα στου Κόρακα, φοβούμενος μήπως οι Ιταλοί της πάρουνε το πουλάρι. Αυτό που εβοφούντανε εγίνηκε. Κάποιοι Ιταλοί στρατιώτες περνώντας από του Κόρακα, είδαν το πουλάρι και το πήρανε στην πλάτη και το φέρανε στα Μουρσιά. Επαίζανε με αυτό και το αμπώνανε από δω και από κει. Το πουλάρι όλο εντεντέλουνε και έπεφτε.
Την άλλη μέρα, το παρέλαβε ο μάγειρας. Όταν όμως το μεσημέρι εσήμανε το σήμαντρο για φαΐ, οι Λιαπαδίτες είχανε μάθει τι φαΐ εμαγείρεψε και ...δεν ανταποκρίθηκαν στο σημανιό.
Φεύγοντας οι Ιταλοί στις 8 Σεπτεμβρίου 1943, άφησαν πίσω τους και πολλούς φίλους. Ιδιαίτερα τα μικρά παιδιά των οποίων η ζωή δεν ήταν εξασφαλισμένη.

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2020

ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ: 100 χρόνια πριν: Ο Άρτος ημών ο Επιούσιος


Από καταβολής κόσμου, το ψωμί ήταν η κύρια τροφή των ανθρώπων και γίνονταν κυρίως από διάφορα επεξεργασμένα δημητριακά. Η παρασκευή του ψωμιού, ήταν λίγο πολύ η ίδια. Παρακάτω αναφέρονται λαογραφικά στοιχεία από το χωριό Λιαπάδες της Κέρκυρας.

• Φούρνος
Κάθε σπίτι στο χωριό, έπρεπε νάχει και το φούρνο του. Ο φούρνος ανήκει στην απαραίτητη υποδομή του κάθε χωριάτικου σπιτιού, που καλύπτει μία από τις πλέον βασικές ανάγκες, τη διατροφή. Η κατασκευή του φούρνου εγενόντανε από ειδικό μάστορα, δυσεύρετο τα  παλιά χρόνια. Οι καλοί μαστόροι ήτανε λίγοι και περιζήτητοι και ήτανε πενιαρισμένοι (κλεισμένοι) για πολλά χρόνια.
Στο χωριό μας, ασχολήθηκε για λίγο με την τέχνη του φούρνου, ο Σταμάτης ο Πάρεδρος, αλλά επειδή το χωριό ήτανε μεγάλο και υπήρχε πολλή ζήτηση, είχε έρθει ένας μάστορας από τον Ζυγό που τονε λέγανε Χαρίλαο, που έμενε μόνιμα στο χωριό μας και κάθε Σαββάτο πήγαινε στο χωριό του.  
Πρώτα έφτιενε μια εξέδρα (βάση) σε ύψος ανάλογο με τη φουρνάρισα και μάκρος λίγο πιλιότερο από τη διάμετρο του φούρνου.  
Τη διάμετρο του φούρνου την υπολόγιζε ανάλογα με τον αριθμό των μελών τση οικογένειας, γιατί ετότες ετρώγανε πολύ ψωμί. Έχτιζε πρώτα τσι τρεις επιφάνειες (ένα Π) και εκαλούπωνε την πλάκα τση βάσης. Η πλάκα είχε για στερεωτικό υλικό, μιτσές πέτρες και βύσαλα από τσακισμένα τούβλα και κεραμίδια ανακατωμένα. Στο τέλος έχτιζε και την φατσάδα (την πρόσοψη), που τση άφηνε ένα πορτελί, για να αποθώνουνε αποκάτω ξύλα.

Αφού ετέλειωνε με τη βάση, αρχίνουνε το χτίσιμο του φούρνου. Η στρώση (το δάπεδο) εγενόντανε με πυρότουβλα ή με κάτι σκληρές πλάκες, σαν τα σημερινά πλακάκια. Με μεγάλη τέχνη ο μάστορας ανέβαινε το χτίσιμο του φούρνου σε σχήμα -σαν το ιγκλού των Εσκιμώων- μέχρι που έκλεινε ο θόλος με το τελευταίο τούβλο. Στην πρόσοψη άφηνε ένα πορτελί που το λέγανε μπούκα για να μπαίνουνε τα ψωμιά, και ένα μικρό τρυπί που το λέγανε μπουκαριόλι, για να ανοίγει ο φούρναρης και να υπολογίζει την πύρα του φούρνου ή και για να φεύγει η περσευούμενη θερμοκρασία. Γύρω από το πορτελί, έβανε δύο τορκούς σαν κασαδούρα ας πούμε. Το σκεπαστάρι που έκλεινε τη μπούκα, ήτανε από χοντρή λάτα (ο μισός πάτος από σιδερένιο βαρέλι), που τσείχανε βάλει ένα χερούλι για να πιένεται, και εστηριζόντανε απόξω με ένα στήριγμα (φουρκάτα).  Οι πιλιότεροι φούρνοι στα σπίτια, εχωρούσανε 11 με 12 ψωμιά. Την πρώτη φορά που εζυμώνανε, εκάνανε τραπέζι για τα καλορίζικα.

• Υλικά
Για να κάμει ψωμί η γυναίκα, εχρειαζόντανε:
αλεύρι από γέννημα (καλαμπόκι), ή σταρένιο, ή ανακάτερο,
νερό,
αλάτι χοντρό και
• προζύμι (μαγιά), Το ζυμάρι το πιένανε αποβραδίς και ασκωνόντανε το πρωί χλούμπα (νωρίς) για το ζύμωμα.  Το ζυμάρι το φυλάγανε από το ένα φούρνισμα στο άλλο και πολλές φορές το έπαιρνε δανικό η μία με την άλληνε.

• Εξοπλισμός
Τα αγγιά που εχρειαζόντανε ήτανε:
ποδιά ολόσωμη για τη φουρνάρισα,
σκάφη όπου εζύμωνε το ψωμί
φτυάρι για το φούρνισμα και το ξεφούρνισμα. Το φτυάρι είχε ένα μακριό κοντάρι για να φτάνει το πρώτο ψωμί στο βάθος του φούρνου,
λεκάνη για ποικίλες χρήσεις,
πνυκάδα με χοντρές τρύπες,
σήτα με ψιλές τρύπες,
μάστρες, πανιά από μπαμπακέλα, που τα βάνανε ανάμεσα στα ψωμιά για να μην κολλάνε το ένα με τ΄άλλο,
σιδιάβλιστρο, ένα μακρύ ξύλο με σιδερένια μύτη, για να ανακατώνουνε τα αθράκια μέσα στο φούρνο,
σπάτουλα με ξύλινο χερούλι, για να κόβουνε το ζυμάρι σε ποσότητα ψωμιού,
δύο τριτσέλια (καβαλέτα), για να ακουμπάνε τη σκάφη, όσοι δεν είχανε μπάγκο.

• Το ζύμωμα
Το ζύμωμα ήταν ιεροτελεστία. Εβάνανε στη σκάφη όλα τα υλικά, όπως είπαμε παραπάνω και αρχίνουνε το ζύμωμα με τσι γροθιές. Για μία φουρνιά 11 με 12 ψωμιά, η γυναίκα ήθελε απάνω από μισή ώρα για να το ζυμώνει με τα χέρια. Πολύς ο κόπος. Όταν ετέλειωνε το ζύμωμα, έκοβε με τη σπάτουλα το ζυμάρι σε 11 ή 12 κομμάτια και κάθε ένα το ξανάπλαθε πριν του δώκει το σχήμα του ψωμιού. Τα ψωμιά τα κάνανε κουτούπες (καρβέλια) ή φόρμες.  Όταν ετελειώνανε τα ψωμιά, τα πασπαλίζανε με λίγο αλεύρι, τα σκεπένανε με πανιά και τα αφήνανε να φουσκώσουν όσο να κάψει ο φούρνος.

• Το κάψιμο του φούρνου
Ο φούρνος άναβε με ξύλα, λιανά και μαρόκια. Εκαίανε πρώτα το φούρνο με λιανά περνάρια και εβάνανε και λίγα λιόστα στη μέση για να βαστάει την πύρα. Το κάψιμο του φούρνου εβάστουνε απάνω από μία ώρα και ετότες άνοιγε το μπουκαριόλι να γένει έλεγχος τση θερμοκρασίας. Αν είχε κάψει πολύ, άφηνε λίγο το μπουκαριόλι ανοιχτό. Ένας άλλος τρόπος να ελέγξουνε τη θερμοκρασία, ήτανε η “λεφτή”. Ήτανε μία στρογγυλή πίτα ψωμιού, λεπτή σαν την πίτα από το σουβλάκι, και ανάλογα με το χρόνο που εψαινόντανε , υπολογίζανε πότε θα φουρνίσουνε.

• Φούρνισμα / ξεφούρνισμα
Ακατόπι, εφουρνίζανε τα ψωμιά ένα ένα με το φτυάρι, αρχινόντας από τα μέσα προς τα όξω. Άμα ετελειώνανε τα ψωμιά, κλειούσανε το σκεπαστάρι, βάνοντας γύρω γύρω το φουντόπανο, βάνοντας και λίγο σταχτόνερο. Όταν κόντευε η ώρα να ξεφουρνίσουνε, ελέγχανε από το μπουκαριόλι το χρώμα του ψωμιού, και εξεφουρνίζανε. Τα ψωμιά, όπως εβγαίνανε, τα αποθώνανε στον μπάγκο ή στη σκάφη και τα σκεπαίνανε με πανί για να τραβήξει την υγρασία.

• Το γαλάκτισμα
Μετά το τέλος τση γιορτής, η νοικοκυρά έπλενε με νερό τα αγγιά της για να τάχει καθαρά για την άλλη φορά. Το νερό από τα αλεύρια εγενόντανε άσπρο και το λέγανε γαλάκτισμα. Ήτανε δυναμωτικό και το δίνανε να το πιεί ο γάϊδαρος, ή τα αρνιά ή ο χοίρος.

• Της εποχής
• Στο χωριό είχανε κατά καιρούς φούρνους. Ο Αντζουλής, ο Σπύρος ο Στούπας, ο Νίκος ο Μακελάρης, ο Τζιφέρης, ο Τσόμπρας, ο Ντάντας και τελευταίος ο Γιάννης ο Τσακλής.
• Τα μαγαζιά επουλούσανε το ψωμί με τη λίτρα και το ζιάζανε στην μπελάντσα. Επειδής το ψωμί είχε φύρα, έπρεπε με το ζιάσιμο να βάλουνε και τσόντα ψωμί για να είναι ...μπομ πέζο.
• Μία φορά το χρόνο, η υπηρεσία Μέτρων και Σταθμών, τση Νομαρχίας, έλεγχε τσι ζυγαριές σε όλα τα καταστήματα.

Πηγές: 
- Τις πληροφορίες για την τέχνη της παλιάς αρτοποιίας, μας έδωκαν η Θέκλη του Ντάντα και  η Μυράνθη του Γκιβέτση. 
- Ο φούρνος της φωτογραφίας, είναι από το Google Gallery.
- Τις χωριάτικες λέξεις που πριεχονται στο κείμενο και πολλές άλλες, θα τις βρείτε στο Λιαπαδίτικο Γλωσσάρι, https://www.blogger.com/blogger.g?blogID=8114757691190784687#allposts/src=sidebar

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2020

Διδακτορικές διατριβές, για κερκυραϊκά & επτανησιακά θέματα

Πολλοί απόφοιτοι των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (ΑΕΙ), επιλέγουν για την διδακτορική τους διατριβή, θέματα κερκυραϊκού και επτανησιακού περιεχομένου. 
Η Ιστορία μπορεί να είναι η πρώτη επιλογή για πολλούς, όμως αμείωτο ενδιαφέρον επιλέγεται και για άλλες επιστήμες με την έρευνα να παίρνει και κοινωνικές προεκτάσεις για τη ζωή, τις καλλιέργειες, ακόμα και για τα πολιτιστικά δρώμενα των κατοίκων. Οι περίοδοι της Ενετοκρατίας και της Αγγλοκρατίας, προσφέρουν στους ερευνητές νεοφανείς για τα Επτάνησα μεθόδους διαχείρισης, καθώς τόσοι οι Ενετοί, όσο κι οι Άγγλοι αργότερα, συμπεριφέρθηκαν “αποικιακά”, σε αντίθεση με όσα συνέβαιναν στις Μητροπόλεις Βενετία και Αγγλία αντίστοιχα. Οι παρακάτω διδακτορικές διατριβές, οι οποίες είναι ήδη σύνδεσμοι στο Internet, προέρχονται από το Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών (ΕΑΔΔ). 







 
 



















Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2020

1904-1969: Η Ταραντέλα του Νέου Φαλήρου

Την Ταραντέλα στο Νέο Φάληρο, την είχε πάρει σε δημοπρασία με πολυετή μίσθωση, ο Γιάννης Χαλικιάς (Ντάντος), από το χωριό Λιαπάδες της Κέρκυρας. Ήταν ένα καλαίσθητο περίπτερο που χτίστηκε το 1904 ή το 1906 στα πρότυπα της εποχής, στις αρχές του 20ού αιώνα, με σκοπό να αποτελέσει την εξέδρα, όπου παιάνιζε η μπάντα του τότε νεόδμητου ξενοδοχείου ΑΚΤΑΙΟΝ ΠΑΛΛΑΣ. 
Το όνομα “Ταραντέλα” προέκυψε όταν ο πρώτος επιχειρηματίας Ιωάννης Γκρέκας, έδινε παραστάσεις λαϊκών και παραδοσιακών χορών από τη νότιο Ιταλία, ένας από τους οποίους ήταν και η Ταραντέλα, δημοφιλής χορός και σήμερα στην Ιταλία.
Η Ταραντέλα με ένα πλούσιο καλλιτεχνικό πρόγραμμα, κατέκτησε το κοινό του Νέου Φαλήρου, του Πειραιά ...και της Αθήνας φυσικά. Στην Ταραντέλα εμφανίστηκε, όντας μικρό κορίτσι η μετέπειτα γνωστή ηθοποιός Γεωργία Βασιλειάδου και ακόμη καλλιτέχνες του τραγουδιού και του θεάτρου, όπως ο Ιωάννης Ράλλης, ο Σβορώνος, ο Στέλιος Καλουτάς και αργότερα οι κόρες του -τα παιδιά θαύμα του ελληνικού μουσικού θεάτρου της εποχής- η Άννα (1918-2010) και η Μαρία (1906-2006).
Η Ταραντέλα στο Νέο Φάληρο
Η Ταραντέλα σε όλη τη διάρκεια της λειτουργίας της, γνώρισε μέρες δόξας και ευμενή σχόλια του ελληνικού, του ιταλικού και του γαλλικού τύπου. Λειτούργησε για εξήντα πέντε χρόνια μέχρι που κατεδαφίστηκε το 1969, μετά και την κατεδάφιση του θεάτρου του Σταθμού Νέου Φαλήρου, επί δημαρχίας Αριστείδη Σκυλίτση (περίοδος επταετίας).
Στην Ταραντέλα εργάζονταν 22 σερβιτόροι, από τους οποίους ήταν Λιαπαδίτες, ο Κώστας του Σίμου, Ο Νικόλας της Βασίλως, ο Νίκος και ο Σπύρος ο Γιωργίτσης, αλλά και άλλα παιδιά από την Κρήνη, από τους Μακράδες, από το Σιδάρι και από τη νότια Κέρκυρα! Μόνο Κερκυραίοι.
Η παραλιακή λεωφόρος ήταν γεμάτη τραπεζοκαθίσματα για να εξυπηρετηθεί το μεγάλο πλήθος των περιπατητών. Από άκρη σε άκρη της λεωφόρου, ο Βασίλης τση Κάτες γυρνούσε με ένα τρίκυκλο ποδήλατο και πουλούσε παγωτό χωνάκι.

Πηγή: http://mlp-blo-g-spot.blogspot.gr/…/TarantellaNeouFalirou.h…
Πηγή: Η φωτογραφία προέρχεται από το Ιστορικό Αρχείο ΕΛΑΪΣ.
Πηγή: Την αναφορά για τους Λιαπαδίτες που δούλεψαν στην Ταραντέλα, την χρωστάμε στον Κώστα Λεπενιώτη του Σίμου.