Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

Περιστατικά ...με λίγα λόγια

• Κάποτε ένας νέος μηχανικός έκανε γεώτρηση στο Τηγάνι για να βρει νερό. Ο νεαρός μηχανικός-εργολάβος που ανάλαβε το έργο, εθεώρησε καλό να ανιβεί το απόγιομα στο χωριό και να μιλήσει με κάποιους γερόντους. Μεταξύ άλλων, ερώτησε και το Στέλιο τον Αντζελή.
-Δε μου λες γέροντα, του λέει: εκεί που έβαλα το γεωτρύπανο, θα βρω νερό;
Και ο Στέλιος ο Αντζελής, του είπε:
-Εμένανε ρωτάς, που θέλω μισό ξεστί νερό το χρόνο για νίψιμο;

• Ο Γιώργης ο Μπίρλης, είχε διαφορές με το Γιώργο το Βούλγαρο, γιατί -όπως έλεγε ο Μπίρλης- ο Βούλγαρος έκοψε το χόρτο σε μία σούδα στο Σκυλοπήγαδο και αυτό υποδήλωνε ότι θέλει να ιδιοποιηθεί τη σούδα. Ο Αγροφύλακας ο Ανίσης, προσπάθησε να συμφιλιώσει τσι δύο πλευρές, ανεπιτυχώς όμως, και η υπόθεση έφθακε στο δικαστήριο. Σύμφωνα με το μηνυτήριο, ο μηνυτής Γιώργος Αγάθος (Μπίρλης), κατηγορούσε τον Γεώργιο Ρεπούλιο (Σαγγελέα), γιατί ήθελε να του πάρει τη σούδα. Ο Πρόεδρος του δικαστηρίου, προσπάθησε να συμφιλιώσει τα δύο μέρη και ο Βούλγαρος εδέχθηκε. Τότε ο εισαγγελέας είπε στον κατηγορούμενο:
-Μην ξαναπειράξεις την ξένη σούδα. Έτσι κύριε …συνάδελφε;
-Μάλιστα, απάντησε ο Βούλγαρος… 

• Μία φορά, επήγε κάποιος στο καφενείο του Πολυλά και του λέει:
 -Τάτση, ψήσε μου ένα καφέ…
Και ο Θοδωρής ο Πάρεδρος που ήτανε εκεί και το άκουσε, είπε κι’ αυτός:
 -Τάτση, τηγάνισέ μου και μένα ένα τσάι….

• Η Βασίλω του Σαράτσουλου, επήγαινε ταχτικά στη χώρα και έπαιρνε κάποιο βοήθημα. Όχι χρήματα, αλλά θρόφιμα. Άλλοντες τση δίνανε κριάς, και άλλοντες νεράτζια. Επήγε που λέτε μία μέρα στη χώρα πως θα τση δώκουνε κριάς, κι' αντίς τση δώκανε νεράτζια.
Και την ερωτήσανε στο χωριό:
- Και γιατί Βασίλω σου δίνουνε βοήθημα;
- Μα δεν είμαι του πολυ-τεκνείου;
 
• Ένα αντρόγυνο στο χωριό, επήγε σε ένα γάμο τα παλιά χρόνια.  Ετότες το γλέντι του γάμου, εγενόντανε στο σπίτι. Ο άντρας, επειδή ήξερε ότι η γυναίκα του ήτανε λίγο κουτέλα, τσείπε: μην πεις τίποτα αν δε με ρωτήσεις. Σε λίγο η γυναίκα, παίρνοντας το ποτήρι με το κρασί στο χέρι της,  ρωτάει τον άντρα της:
- Τι να πώ, (τι να ευχηθώ);
Και ο άντρας της τσείπε:
- Πιές και τσώπα.
Οπότε αυτή, ασκώνει το ποτήρι της και λέει δυνατά:
-Πιές και τσώπα, πιες και τσώπα!

• Ο Καβαλίνας επούλουνε ντομάτες έξω από του Πατερού και εφώναζε
- Πάρτε ντομάτες με κοπριά… - Πάρτε ντομάτες με κοπριά…. 
Και ο Γιάννης του Δυσσέα που ήτανε στο μπότζο του Αντζελή, εφώναζε:
- Πάρτε ντομάτες με καβαλίνες… - Πάρτε ντομάτες με καβαλίνες…

• Ο Γιάννης ο Μπαλής, έβαλε το Σπύρο τον Τυρή και τούκοψε το δάχτυλο του δεξιού χεριού του, για να μην πάει στρατιώτης … και δεν επήγε!

• Ο Νικόλας ο Καινούριος, πήγε στρατιώτης στα Γιάννενα επί κατοχής για να προωθηθεί στο μέτωπο. Όταν έφθασε στο στρατόπεδο, άλειψε χέρια και ποδάρια με χειλιδρονιά και έγιόμισε φουλτάκους. Όταν τον είδε ο γιατρός τον έστειλε στο νοσοκομείο και όχι στο μέτωπο.. 

• Παλαιολιαπαδίτικη διάλεκτος. Ο Μιχαλιός ήτανε σιδηροδρομικός. Σε κάποιο σταθμό, ήτανε μαζωμένοι υπάλληλοι από διάφορα μέρη τση Ελλάδας και εμιλούσανε για τσι ελληνικές διαλέκτους. Εβάλανε μάλιστα και στοίχημα, ποιός θα πεί μία φράση χωρίς να γίνει κατανοητός από τσου άλλους. Το στοίχημα το κέρδισε ο Μιχαλιός ο οποίος απευθύνθηκε σε κάποιονε και τούπε:
...Τσαρκάλεψε ορέ στη μπουζουνάρα τσι γιακετός μου, και φέρε μου τη σκάτουλα με τα ξυλάκια“.

• Επίσκεψη στο γιατρό. Μία Λιαπαδίτσα, τα παλιά χρόνια, ήθελε να πάει στη χώρα στο γιατρό (το γυναικολόγο), μα εντρεπόντανε και επήρε μαζί της και τη φιλονάδα της την Αγγέλω.
Τση λέει ο γιατρός:
- Τι έχεις; Πού είσαι αδιάθετη;
- Έχω φουντώματα, σμπαρώματα κι’ αδυναμία στα κλιτσιά. Και κάνω γιατρέ μου και σα την κολαρίνα σου. (ήθελε να πεί ότι έχει ευκοίλια και ότι τα κάκα της, έχουνε κίτρινο χρώμα, σαν τη γραβάτα του γιατρού).
- Πού είναι η διαμονή σου; τη ρωτάει ο γιατρός..
- Τί είπες γιατρέ;
- Πού είναι η διαμονή σου;
- .....
- Μα σε ρώτησα, πού είναι η διαμονή σου, τση ξαναλέει ο γιατρός.
Και η γυναίκα έκαμε μία χειρονομία και δείχνοντας τα γεννητικά της όργανα του λέει:
- Εδώ είναι το έρημο και τ’ άκλερο.
- Μα πού μένεις; πού κατοικείς;
- Α… τσου Λιαπάδες …

• Κάποτε κάποιος από την Άφρα, επήγε στη χώρα στο γιατρό και ο γιατρός όταν τον εξέτασε τούπε: 
-Εκεί στο χωριό σου έχετε και σύκα..
-Ναι, να σου φέρω γιατρέ στο άλλο βιάτζο.
Ετοίμασε λοιπόν ένα κοφίνι με σύκα, αλλά για να τον ευχαριστήσει, έβαλε όλα τα ώρουμα. Την άλλη μέρα τα επήγε με το γάϊδαρο στη χώρα, και τάδωκε του γιατρού. Αυτός μόλις τάνοιξε, είδε ότι είχανε γένει μπλάθρι. 
Το κατάλαβε ο χωριάτης, και είπε του γιατρού:
- Με το συμπάθειο, σείσε σείσε το γαϊδούρι, τα σύκα εγινήκανε σκατά. Αλλά φάτα αυτά, και άλλη φορά θα σου φέρω καλύτερα.

• Εχάθηκε ένα παπούτσι. Ο Στέλιος ο Αντζελής, επήγενε με τη λύσσα στη χώρα και εκουβάλουνε λάδια. Τη λύσσα την έσερνε άλογο και ο δρόμος ήτανε κακός. Ασκωνόντανε δύο ώρες να φέξει και όταν έγερνε το βράδυ στο χωριό, έπαιρνε στο δρόμο και καένα σουρούπι. Έτσι αποκοιμησμένος, με τα κορδόνια λυτά, έχασε το ένα του παπούτσι. Και πού να το βρεί; Εσκέφθηκε λοιπόν, επήγε σ’ ένα μαγαζί στου Σκουλήκη και έγραψε μία νότα που έλεγε: “Όποιος έβρηκε ένα παπούτσι, να το αφήκει εδώ. Ειδεμή να του αφήκω και το άλλο”.
 έως
• Το κουτσοκοτί τση Ζαργάνας. Κάποιοι κλέφτες, εδιαδώσανε ότι στο τράφο τση Ζαργάνας, υπήρχε ένα διαβολικό πνεύμα, που το λέγανε “κουτσοκοτί”. Αυτό το λέγανε, για να μην πάει ο κόσμος εκεί, και να μπορούνε μοναχοί τους, να κλέβουνε κότες ελεύθερα.

• Θάλασσα στο βουνί. Τσι Λούστρες, στο χτήμα του Τσεντούρη, εκεί που εκαθόντανε ένας γάιδαρος, υποχώρησε το έδαφος και έπεσε σε βάθος δέκα μέτρα. Όταν εκατηβήκανε να τονε βγάλουνε, είδανε στο έδαφος, άμμο τση θάλασσας.

• Η ταβέρνα του Μπιτσική στο Ρουφ. Στην Αθήνα στο Ρουφ, στο τέρμα του τραμ, ήτανε η ταβέρνα του Μπιτσική. Όλη μέρα ο Μπιτσικής εγύριζε και επούλουνε μαναβική τσι γειτονιές με το κάρο και το βράδυ η γυναίκα του η κυρά Λένη και η αδερφή της η Φρόσω, είχανε την ταβέρνα. Ο Μπιτσικής ήτανε Λιαπαδίτης. Ήτανε αδελφός τοιυ Σταθουλή του Προέδρου. Όλοι ο Λιαπαδίτες τση Αθήνας, περνούσανε από κει, που άλλωστε ήταν και το στέκι τους.

Σταθμός Χωροφυλακής τσου Λιαπάδες. Ο Σταθμός Χωροφυλακής Λιαπάδων, στεγάστηκε στο σπίτι του Φώντη του Καμπανέλη, περίπου στα τέλη του περασμένου αιώνα ή κατά άλλους το 1942. Πολλοί Λιαπαδίτες θυμούνται το γεγονός, ακόμη και ότι η γύρω περιοχή ονομαζότανε Σταθμός. Όμως υπάρχουν δύο ακόμη μαρτυρίες, τις οποίες απλά καταχωρούμε. Κάποιος ανέφερε ότι ονομαζότανε Σταθμός, επειδή εκεί κάποτε σταματούσε το λεωφορείο για τη χώρα. Κάποιος άλλος ανέφερε ότι εκεί υπήρχε Σταθμός Χωροφυλακής το 1942 μέχρι το 1943, στο διάστημα της βραχύβιας κατοχής της Κέρκυρας από τους Ιταλούς. Όμως, ενώ δεν υπάρχουν έγγραφες πληροφορίες, υπάρχουν ακόμη και σήμερα (2017) μαρτυρίες επιζώντων.

Τα μακριά σώβρακα. Κάποιος παλιός Λιαπαδίτης επήγε στη χώρα και επήγε σε ένα μαγαζί που επούλουνε νεωτερισμούς. Πάει στην πωλήτρια και τση λέει: 
- “θέλω να μου δώκεις μακριά σώβρακα”.
- Πόσο μακριά του λέει εκείνη...
- Από το Νοέμβρη μέχρι το Μάρτη, τσείπε εκείνος...
Τα παλαιά χρόνια που δεν είχανε καλοριφέρ ήπρεπε να αντιμετωπίσουνε το κρύο και τη νότια. Γιαυτό, εφορούσανε τα βράδια, από πάνω φανέλες τσούκνινες και από κάτω μακριά σώβρακα που αρεβέρνανε μέχρι τσου αστραγάλους.

Ήτανε κάποντες στο χωριό κάποιος που τονε λέγανε Διονύση. Αυτός όλο επαραπονιόντανε που ήτανε φτωχός και δεν είχε όβολα. Και τούπε ετότες ο Θοδωρής ο Πάρεδρος:
- Γιατί δεν χαλεύεις όβολα από το Θεό;
- Και που να τον εύρω να του χαλέψω; 
- Άκουσε του λέει: Θα στείλεις ένα τηλεγράφημα στο Θέονε και θα του χαλέψεις όβολα. Θα στο γράψω εγώ. Έγραψε λοιπόν ο Θοδωρής:
- “Ο Διονύσιος επί της γης, προς τον Πατέρα εν τοις ουρανοίς. Στείλε λεφτά γιατί είμαι δυστυχής”. 
Και η απάντηση ήρθε σε δύο μέρες, όπως την έγραψε ο Θοδωρής:
-“Ο Πατήρ εν τοις ουρανοίς, προς τον Διονύσιο επί της γης. Αν δεν έχεις λεφτά, να πας να πνιγείς”. 


Τα …εισόδια του Μούρδουλου


Η ιστορία αυτή εσύμβηκε κοντά στο 1970. Ένα καλοκαιρινό βράδι στο χωριό, που εκαθόντανε όλοι στα πεζούλια, ήτανε και ο Μούρδουλος που ήτανε μεθυσμένος όπως συνήθως. Και έλεγε ότι απόψε θα κοιμηθεί στο φόρο, γιατί δεν μπορεί να ανηβεί στο σπίτι του στα Ντοράτικα. 
Το λοιπόν, εσκέφτηκε ο Θοδωρής του Παρέδρου, θα σε βοηθήσουμε εμείς τούπε και εσκαρώσανε την παρακάτω τσάταρα: Εστείλανε το Φακίρη να φέρει το ακορντεόν του, εφωνάξανε το Νικόλα τον Τσαγκάρη με το βιολί του, και όλοι μαζί –καμιά εξηνταριά νοματαίοι - επήρανε το Μούρδουλο συνοδεία μετά μουσικής στο σπίτι του. Όσο να φτάκουνε, ο κόσμος τση συνοδείας εμεγάλωνε και απεράσανε τσου εκατό. Όταν εκονταρεβάρανε, η Σοφία του Μούρδουλου, τσου υποδέχτηκε με τσι πετριές. Ήτανε μία από τσι πολλές τσάταρες που εγενόντανε στο χωριό, την παλιά όμορφη εποχή.

Γιάννης Παπούλας: Έμπορος αστακών και παραγωγός τζιτζιμπύρας


Όπως επιβεβαιώνει και ο γιος του ο Γιώργος, ο πατέρας του ο Γιάννης ο Παπούλας, δεν ασχολήθηκε μόνο με αγροτικές ασχολίες, αλλά είχε πολυποίκιλη εμπορική δραστηριότητα. Αρχικά ήτανε ατζέντης και προωθούσε από την Κέρκυρα προς Πειραιά, ζωντανούς αστακούς μέσα σε τερτικά, στα οποία είχε βάλλει φύκια για να διατηρούνται ζωντανοί. Τα τερτικά τα παράδινε στα καράβια τση εποχής εκείνης (Αγγέλικα, Κολοκοτρώνης, Φίλιππος, Γλάρος κ.ά) και τα περιλάβαιναν οι παραλήπτες στον Πειραιά. Παράλληλα είχε και φούρνο στη χώρα, εκεί που είναι τώρα ο φούρνος του Μπαλατσινού. Εκτός από το φούρνο και τη διαμετακόμιση των αστακών, ο Γιάννης Παπούλας έκανε δικά του παστέλια, που τα πουλούσε σε πανηγύρια στη χώρα, (μας είπανε στην Ανάληψη) και είχε και δική του συνταγή που έκανε τζιτζιμπύρα, την οποία όμως συνταγή δεν την έδωκε στα παιδιά του. 

Σχετικά με την παραγωγή τζιτζιμπύρας, βρήκαμε μία συνταγή παραγωγής στο blog  http://fysikaproionta.blogspot.gr/2007/03/blog-post_19.html στο οποίο φυσικά σνήκουν και τα δικαιώματα. 

Διαβάστε πως γίνεται η τσιτσιμπύρα...


Η τσιτσιμπύρα είναι παραδοσιακό ποτό από τα επτάνησα, την φτιάχνουν όμως και στην Αγγλία όπου εκεί είναι γνωστή ως ginger beer. Φτιάχνεται με τζίντζερ ή πιπερόριζα (Zingiber Officinale Roscoe) και είναι ένα καταπληκτικό αεριούχο ποτό κατάλληλο για το καλοκαίρι. Έχει πιπεράτη γεύση και κάνει καλό στα κρυώματα.
Το τζίντερ είναι αφροδισιακό. Προσοχή, στην Τουρκία χρησιμοποιείται για τον αρωματισμό του σαλεπιού, ενώ είναι γνωστή και από την μαντάμ ντυ Μπαρρύ, η οποία χρησιμοποιούσε ένα μίγμα κρόκων αυγών και πιπερόριζας για να προκαλέσει στους εραστές της αλλά και στον ίδιο τον Λουδοβίκο τον ΙΕ΄ ανεξέλεγκτο πάθος.

Πριν ξεκινήσετε θα χρειαστείτε:

Ένα μπουκάλι πλαστικό 2 λίτρων (όχι γυάλινο γιατί μπορεί να εκραγεί)
Χωνί
Τρίφτη

Υλικά:

1 κούπα ζάχαρη
2 κουταλιές τριμμένο τζίντζερ (ή και παραπάνω για αυτούς που τους αρέσουν τα καυτερά)
Χυμός από ένα λεμόνι
¼ κουταλάκι του γλυκού ξερή μαγιά
Νερό χλιαρό

Εκτέλεση:

1. Ρίξτε τη ζάχαρη στο μπουκάλι με την βοήθεια του χωνιού
2. Ρίξτε την μαγιά στο μπουκάλι
3. Κουνήστε το μπουκάλι για να ανακατευτεί η μαγιά με τη ζάχαρη
4. Ανακατέψτε το τζίντζερ με το χυμό λεμονιού και ρίξτε τα στο μπουκάλι με την βοήθεια του χωνιού
5. Κλείστε το μπουκάλι και ανακινήστε το για να λιώσει η ζάχαρη
6. Γεμίστε το μπουκάλι με νερό αλλά όχι μέχρι πάνω, αφήστε 4 δάχτυλα περιθώριο.
7. Κλείστε το πολύ καλά και αφήστε το σε ζεστό μέρος (π.χ. ήλιος, καλοριφέρ) για 24 με 48 ώρες για να ενεργοποιηθεί η μαγιά.
8. Για να καταλάβετε πότε έχει γίνει πιέζετε το μπουκάλι λίγο και αν δείτε ότι δεν μπορείτε να το πιέσετε τότε σημαίνει ότι είναι έτοιμη. Προσοχή μην την κουνήσετε και μην την ανοίξετε, απλά βάλτε την για λίγο στο ψυγείο και ανοίξτε την μετά από μισή ώρα περίπου.
9. Φιλτράρετε και βάλτε την σε άλλο μπουκάλι που θα κλείνει επίσης καλά για να μην φύγει το αέριο που έχει. Διατηρείτε στο ψυγείο για όχι παραπάνω από ένα μήνα.

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

Ατάκες, γλωσσοδέτες, νανουρίσματα

Κάποιες εκφράσεις που τσι λέγανε οι παλαιοί μας, εμείνανε στην τοπική μας διάλεκτο, χωρίς να σημαίνουν κάτι ιδιαίτερο. Κάποιοι τσι βγάλανε και εμείνανε έτσι να λέγονται από γενιά σε γενιά. Κάτι σαν παροιμίες, σαν γλωσσοδέτες ή κάτι από τα παλαιά παιδικά παιχνίδια.

• Για να βγάλουνε τα παιδιά τη μαρουδιά  από την τρύπα της, τση λέγανε:
-Μάρω, Μάρω μαρουδιά
 κατσουλοπετειναριά,
 απέθανε ο άντρας σου
 και κλαίνε τα παιδιά σου
 Ντραν, Ντραν, Ντραν.


• Για να μάθουνε τα παιδιά να μετράνε τα δάχτυλα, τσου λέγανε:
-Βελιντρούνα, βελιντρέ, βελικάρτο, βελισέι, βελιότο, η σούνα, η                                 στείρα, η στάκω, η σκότω, η δρόσω.

• “Τ’ αρρώστου η όψη φαίνεται, του νηστικού η μαγούλα”.

• “Νάμουν το Μάη πιστικός, τον Άγουστο Δραγάτης και το χειμώνα φούρναρης να ψένω τσι κουλούρες”.

• “Νάμουν το Μάη γάιδαρος, τον Άγουστο κριάρι, όλο το χρόνο πετεινός και γάτος το Γενάρη”.

“Ανήβηκε στη ρίγανη να κόψει ένα κλωνάρι, κι έπεσε και τσακίστηκε, μάνα μου παλικάρι”.

“Παλικάρι τση φακής και κούτσουλος τσ' Οβριακής”. 


• “Το μυαλό σου και μια λίρα, και ένα μάτσο πρικαλίδα”.

• “Μεσ τ'άναμμα του χορού, εκόπηκε η κόρδα”.

• “Πάρε κουρούνα κόκκαλο και δώμου σιδερένιο”. Όταν έπεφτε ένα από τα πρώτα δόντια τσου μπαιδιώνες, το παιδί τ' απέλουνε στα κεραμίδια και έλεγε τα παραπάνω λόγια.

• “Μια σκυλίτσα κούντουρη και μια σκυλίτσα μαύρη, έχεσε κι’ απόχεσε κι’ εφτά σκαφώνια γιόμισε. Όποιος πρωτομιλήσει, κι’ όποιος πρωτογελάσει, εκείνος θα τα φάει”. Το λέγανε για να κάθονται ήσυχα τα μιτσά.

• “Νάνα νάνα νάνα του, όσο νάρθει η μάνα του, να του φέρει πέντε αβγά, πέντε αβγά πέντε πουλιά και την κότα την παχειά”.

• “Το παιδί μου το κρινάτο, στην αμυγδαλιά από κάτω, τρώει αμύγδαλα ψημένα και σκατά τηγανισμένα”.

• “Τα παιδιά του μακελάρη, εκάμανε τ' άντερα δαχτυλίδια”.

• “Μπιρμπιτσόλια δεκατσόλια ντελαπιά, ντέλα ρούσα, σκότο φόρο αλίγα λιότο”.

“Από μέσα κλειδωνιά κι’ απόξω καντινάτσο”. Τη φράση αυτή τηνε λέγανε, για να μην μπει η βρισιά μέσα στο σπίτι, ….μετά από το κρίτσι-κρίτσι.

• Ο Γιώργης ο Μούρδουλος, έλεγε: “Ούτε κότες έχω, ούτε με την αλιπού μαλώνω”.

“Έξι μήνες κι’ όλο τον Άγουστο”. Ατάκα σε κάποιονε που λέει ..
-Θάρθεις ορέ;
- Έεεε…
- “Εξι μήνες κι’ όλο τον Άγουστο”.

• Είπανε μιανού να φέρει μία μηχανή, και κείνος είπε:
- Δε δουλεύει γιατί εφαωθήκανε τα ψωμιά σε ένα γαλέτο... (μετάφραση: δε
δουλεύει γιατί εχαλάσανε οι βόλτες σε ένα παξιμάδι...)

• Όταν ο Κουίνος έφερε το πρώτο αυτοκίνητο-κρούσα στο χωριό, ο μάνα του η Αγγούρενα έλεγε:
Εμείς δε θέλουμε άλατρα,
δε θέλουμε αγελάδες,
Θέλουμε αυτοκίνητα,
που πάνε τσι Σπιανάδες

• “Από Μαγιού ποκάμισο, κι’ απ’ Άγουστο σεγκούνι”.

• Παραμύθι, μύθι, μύθι.
  το κουκί και το ρεθύθι, 
  εμαλώνανε στη βρύση, 
  τάκουσε και η φακή
  και τα βάνει φυλακή
  και η φάβα τση φωνάζει
  φακή βγάλτα, δεν πειράζει”

“Ο ύπνος θρέφει το μιτσό κι’ ο ήλιος το μοσχάρι και το κρασί το γέροντα τον κάνει παλικάρι …”

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

Οι Πρόεδροι τση Κοινότητας

Η πρόθεσή μας, ήτανε να καταγράψουμε όλους τσου Προέδρους τση Κοινότητας. Από την αρχή του αιώνα το 1901, μέχρι το 1916, τότε που ο οικισμός Λιαπάδων ήταν ακόμη τμήμα του πρώην Δήμου Απηλιωτών, δεν υπήρχαν Πρόεδροι τση Κοινότητας. Επιχειρήσαμε να γράψουμε όλους τσου Προέδρους που εκλέχτηκαν για το διάστημα από το 1916 και μέχρι το 2000, τότε που ξεκίνησαν οι Καποδιστριακοί Δήμοι. Αντιμετωπίσαμε δυσκολίες στη συλλογή πληροφοριών. Μιλήσαμε με κάποιους συγγενείς Προέδρων, αλλά οι πληροφορίες που ακούσαμε ήτανε πολύ φτωχές, η δε πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες αποδείχτηκε εξαιρετικά δύσκολη. Πάντως, ορισμένοι Κοινοτικοί Άρχοντες των Λιαπάδων, όσο θυμούμαστε, ήτανε με αλφαβητική σειρά οι ακόλουθοι:

Αγάθος Γεώργιος, (Σόκας)
Αγάθος Θεόδωρος, (Φώντης)
Αγάθος Ιωάννης, (Πολυλάς)
Αγάθος Νικόλαος, (Κεμαρίδιας)
Αγάθος Νικόλαος, (Λεμόνης)
Αγάθος Νικόλαος, (Σταθουλής)
Αγάθος Σπύρος, (Καλαφάτης)
Κορακιανίτης Γεώργιος, (Λαής)
Κορακιανίτης Μιχαήλ, (Νεόφυτος)
Μποζίκης Αθανάσιος, (Τερεντής)
Μποζίκης Μιχαήλ, (Τερεντής)
Μποζίκης Γεώργιος, (Τζούρος)
Μποζίκης Νικόλαος, (Πέρεκλες)
Μποζίκης Νικόλαος, (Τζούρος)
Χαλικιάς Μιχαήλ, (Ντάντος).

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ:
Αν γνωρίζετε και θέλετε να μας δώσετε πληροφορίες για τσου Προέδρους τση Κοινότητας, πατήστε ΕΔΩ

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

Κτηνοτροφία-Γεωργία-Αλιεία-Εμπόριο


Σαν μεγάλο χωριό που είναι οι Λιαπάδες, σε όλη τη διάρκεια του αιώνα, έσφυζε από κάθε είδους δραστηριότητες. Οι Λιαπαδίτες κατάφεραν –έστω και με αντίξοες τον καιρό εκείνο συνθήκες- να διακριθούνε σε όλους τσου τομείς. Βασικά και βιοποριστικά επαγγέλματα είναι και ήτανε πάντα η γεωργία, η κτηνοτροφία και η αλιεία. Όμως, το εμπόριο, οι υπηρεσίες και αργότερα ο τουρισμός, δεν τσου αφήκανε ασυγκίνητους. Η φήμη τους εξεπέρασε τη στενή τοπική κοινωνία και υπήρξανε συνεχείς δραστηριότητες με την πόλη αλλά και με την …Αθήνα ακόμα.

Κτηνοτροφία

Πολλοί Λιαπαδίτες, ασχολήθηκαν με την κτηνοτροφία, παράγοντας προϊόντα (γάλα,τυρί και κοπριά). Το γάλα και το τυρί είναι πρώτα σε ποιότητα που όμοια τους δεν υπάρχουνε πουθενά. Οι κοπαδιαραίοι, εκάνανε και κάνουν ένα δύσκολο επάγγελμα, σε άθλιες συνθήκες, χωρίς αξιόλογα σε σχέση με τη δουλειά τους έσοδα. Τα κοπάδια ήταν κυρίως αρνιά και λίγα κατσίκια. Οι Λιαπαδίτες έδιναν τα αρνιά και τα κατσίκια τους το καλοκαίρι στο κοπάδι. 
Πέτρινο σκαλιστό λαρνάκι
Ο κοπαδιάρης με την οικογένειά του ήταν απασχολημένοι όλο το 24ωρο με το κοπάδι. Γιαυτό είχε πάντα την κατοικιά του κοντά στη στάνη του. Το κοπάδι ολημερίς ήτανε στη βοσκή, πολλές φορές και τη νύχτα. Για να εξασφαλίσει χόρτο για το κοπάδι, εφρόντιζε να έχει πολά μπαλότα σανό, κόβγοντας τα χόρτα από πολλά χωράφια.
Για να πιεί το κοπάδι νερό το έπαιρνε στην πηγή, ή είχε ποτισιώνα κοντά σε κάποιο πηγάδι. Είχε λαρνάκια γιομάτα νερό από τα οποία επίνανε τα ζα. Σε αντάλλαγμα για τσι υπηρεσίες του, ο κτηνοτρόφος έπαιρνε το γάλα που το έκανε τυρί και το μαλλί που τα κούρευε. Κρατούσε τα ζώα όλο το καλοκαίρι και τα επέστρεφε το φθινόπωρο …γονιμοποιημένα. Στο κάθε κοπάδι υπήρχαν ένας ή δύο ντάσηδες, που εγονιμοποιούσανε τσι προβατίνες. Ο κοπαδιάρης παρακολουθεί κάθε μέρα ποια πρόβατα γονιμοποιούνται και τσου βάνει βούλωμα. 

Γεωργία

Από γενιά σε γενιά, διαιωνίζεται το αρχαίο επάγγελμα του γεωργού. Από πολύ παλιά, οι νοικοκυραίοι του χωριού, εχαλεύανε το βράδυ να βρουν αργατικούς για την άλλη μέρα. Οι αργατικοί με τσι δίκοπες εδουλεύανε στα χωράφια. Ο παρτσινέβελος τσούβανε να δουλεύουνε με αρδίνια, για να φαίνεται ποιος καθυστερεί. 
Οι αργατικοί, εδουλεύανε για το μεροκάματό τους με μαρέντα και φαί. Οι δίκοπες που είχανε ήτανε δύο λογιών, δίκοπες με πέτεινα και δίκοπες πατρινές, που εχρησιμοποιούντανε ανάλογα με την κάθε γεωργική εργασία. Τα εισοδήματα από τσι γεωργικές εργασίες, ήταν κυρίως αυτά που προερχόντανε από ελιές, ενώ οι άλλες καλλιέργειες αφορούσανε την απόκτηση αγαθών για να περάσει το σπίτι όλο το χρόνο. Είχανε τα αμπέλια τους για το κρασί τση χρονιάς, όμως εβάνανε και όλων των ειδών τα λαχανικά (ντομάτες, αγγούρια, πεπερόνια), πατάτες, πατατόνες, κρεμμύδια κλπ. Τα παλιά χρόνια, εβάνανε στο Απανωλίβαδο και στο Κατωλίβαδο, μπαρμπαρόσταρο (καλαμπόκι), και όσπρια (ρεβίθια, φακές, λαθίρια, φασούλια κλπ). Στο χωριό υπήρχανε ετότες πολλά λουτρουβιά, που εσήμερα είναι παρατημένα και δε λειτουργεί καένα.

Αλιεία
Οι θαλασσινοί του χωριού μας, ετραβούσανε γερό κουπί. Μάχονταν τη θάλασσα για να βγάλουν ψάρια για το εισόδημά τους.
Στο κεφάλαιο “Σύλλογοι”, θα δείτε τσι ανησυχίες και τσου λόγους που τσου οδηγήσανε στη δημιουργία συλλόγου επαγγελματιών αλιέων.

Εμπόριο
Τα μπακάλικα του χωριού, τα παλιά τα χρόνια, ήτανε λίγα και οι χωριανοί εψιωνίζανε μπιστιού … για τη σοδειά. Όλοι οι παλιοί επαγγελματίες, εκάνανε και κοινωνική αποστολή, δίνοντας μπιστιού, σε δύσκολες εποχές, ετότες που ο κόσμος επείνουνε. Όλοι οι μαγαζάτορες είχανε (και έχουν ακόμη), ολόκληρα τεφτέρια γεμάτα χρέγια, που ποτέ δεν τα εισπράξανε.
Παλιά μπακάλικα, είχανε στο χωριό, ο Γιάννης ο Καλαφάτης στο μαγαζί του, ο Μήκιος ο Λινιάς, ο Στάθης ο Μιομός, ο Παπαρέλας στο μαγαζί του Λολή, ο Αλέξης ο Αντζελής στο μαγαζί του Στούπα στα δεντρούλια, ο Τσούτσας στο μαγαζί του Σόκα, ο Τάτσης ο Γιαννούτσος, οι δύο αδερφές του Τζουγάνου, πρώτα στο μαγαζί του Νούφρη και μετά στο μαγαζί του Σόκα. Παρά τις καλές τιμές που υπάρχουνε στο χωριό, εσήμερα δεν είναι λίγοι εκείνοι που ψωνίζουν από τη χώρα, τσι πιο πολλές φορές …ίσως ακριβότερα και απ’ ότι πουλιούνται στο χωριό.


Το Μάρκετ Σούλα
Ένα από τα πιο παλιά μπακάλικα του χωριού, είναι το μαγαζί του Φάλτσου, μετέπειτα “Μάρκετ Σούλα”. Όταν η Σούλα κατήβηκε στο Νιό, που αποδείχθηκε έξυπνη κίνηση,  έκανε το μεγαλύτερο μαγαζί του χωριού, σε τζίρο, με μεγαλύτερο εμβαδόν, με καλές ανταγωνιστικές τιμές, που εκτός από τη λιαπαδίτικη πελατεία, απόχτησε πελάτες και από τα διπλανά χωριά. Στο καινούριο μαγαζί, εκτός από τα τρόφιμα, πουλάει μαναβική, είδη κιγκαλερίας και χρωματοπωλείου, γεωργικά προϊόντα, καθώς και ότι άλλο τση ζητήσουν. Μπροστά στον αυξημένο ανταγωνισμό, ήταν κατά καιρούς μέλος, στο συνεταιρισμό Coop, στην Ενωτική Κέρκυρας, στον όμιλο “Ασπίδα” και τελευταία ανήκει στον Όμιλο “Proton”.  

Το μαγαζί του Μπελέλη

Από τα πολύ παλιά μαγαζιά, είναι και του Μπελέλη, ο οποίος ήταν έξυπνος επαγγελματίας, και έκανε περιουσία από το μπακάλικο. Για πολλές δεκαετίες, ήταν μέσα στο εμπόριο του χωριού, μέχρι που εγκαταλείφθηκε την τελευταία δεκαετία του αιώνα, καθώς οι νέες γενιές, προτίμησαν νέες δραστηριότητες.

Το μαγαζί του Αντζουλή

Από τα πολύ παλιά μαγαζιά, ο φούρνος του Αντζουλή, εκάλυπτε με ψωμί και μπακαλική, τα δυτικά προάστια του χωριού, Άι Νικόλα, Μουρσιά, Αγιάγκαθο και Μπουριτσάτικα. Όταν έπαψε να ζυμώνει, έφερνε ψωμί από άλλα χωριά. Μέχρι σήμερα προσέχει τσι τιμές του και διατηρεί την πελατεία του, σύμφωνα με το νόμο της προσφοράς και ζήτησης.

Το μαγαζί του Πολυλά

Μετατράπηκε από καφενείο σε mini market και προσπαθώντας να ανταπεξέλθει το δύσκολο ανταγωνισμό, διόρθωσε τσι τιμές του και μείωσε το ποσοστό κέρδους. Έχει καλό μερίδιο αγοράς, γιατί είναι στο κέντρο του χωριού, εξυπηρετώντας πολλούς χωριανούς και τουρίστες.

Εποχιακά mini markets

Ο Νίκος ο Λαΐς, ο Μήκιος ο Σταφύλιας και το μαγαζί τση Μαρίας του Κάψα, -όλα στο δρόμο προς τη Γιόφυρα- δουλεύουν σε εποχιακή βάση, εξυπηρετώντας κυρίως τον τουρισμό. 

Καφενεία

Από παλιά, τα καφενεία στιο χωριό, είχανε μεγάλη πέραση. Υπήρχανε πολλά καφενεία, που θα προσπαθήσουμε να τα περιγράψουμε, με ορατό κίνδυνο, να παραλείψουμε κάποιους παλιούς καφετζήδες. Καφενείο είχε ο Γιάννης ο Λαής (ο Νίγκλης), ο Τάτσης ο Πολυλάς, ο Κομπόης στου Στούπα, ο Καβαδάτας στου Καλαφάτη, ο Σπύρος ο Σπυρέτος στου Αγησίλαου και ο Γιάννης ο Τσούτσας.στο μαγαζί του Σόκα.
Εσήμερα τα καφενεία του χωριού, μαζεύουνε τον κόσμο, ιδιαίτερα τσου χειμώνες. Σερβίρουνε ποτά και διαθέτουν τάβλι και τράπουλες. Σχεδόν όλα έχουνε τηλεόραση, άλλα ψένουνε και σουβλάκια, σε όλα όμως ο κόσμος έχει την άνεση να μιλάει ελεύθερα για τσι ομάδες και τα κόμματα. Το μαγαζί του Πίπη, που αργότερα έγινε του Ματσούκα, και πρόσφατα του Λωνίδη, είναι στο κέντρο του χωριού. Το μαγαζί του Σόκα, που αργότερα το έκανε ο Βασίλης τση Κάτες, και πρόσφατα τα παιδιά του Κουκουμάρη, το μαγαζί του Νίκου του Μακελάρη, ο Στέλιος ο Αντζελής στο μαγαζί του Τριαντάφυλλου, ο Αγησίλαος, ο Μήκιος του Λολή, ο Μήκιος ο Αντζελής, ο Αλέκος ο Μακελάρης στο μαγαζί του Νούφρη, ο Κώστας του Σίμου το μαγαζί του Μπελέλη. Καφενείο στο χωριό, έχει και ο Κανακαδίτης Αγάθος Σπύρος, Μαρινέρης. 
Στα καφενεία τα παλιά χρόνια, επίνανε γαζόζα με Κίνα. Η  Κίνα ήτανε ένα καφένιο παχύρευστο υγρό και τη βάνανε πρώτα στο ποτήρι. Από πάνω έπεφτε η γαζόζα και εγενόντανε ένας καφένιος αφρός, με ωραίο άρωμα.
Πάντως, τη νεολαία του χωριού, την μονοπωλούσε τσου χειμώνες, το “Σαντέ” τσου Σκάμπους, μέχρι που έκλεισε.

Οι ταβέρνες του χωριού

Στα παλιά τα χρόνια, είχανε ταβέρνες στο χωριό, ο Σπύρος ο Τρικούπης, ο Γιάννης ο Σαΐτας, ο Τάτσης ο Γιαννούτσος και ο Γιάννης ο Καλαφάτης. 
Τσι Παρασκευές τση Σαρακοστής, ο Σπύρος ο Τρικούπης και ο Τάτσης ο Πολυλάς, εβράζανε κουκιά και τα πουλούσανε στο χωριό.
Οι Λιαπαδίτες γλεντούνε. Σήμερα υπάρχουνε πολλές ταβέρνες στο χωριό, που καλύπτουνε πλήρως τσι ανάγκες των χωριανών και των τουριστών. Βεβαίως πάνε και αλλού, στην Παλαιοκαστρίτσα, τσου Λάκωνες και στη χώρα. Οι περισσότερες ταβέρνες του χωριού, μία φορά τη βδομάδα, κάνουν για τσου ξένους, ελληνική βραδιά με χορευτικά νούμερα.
1.     Ο Τσεντούρης και ο Γιώργος ο Ρουμανής (Νυχτερίδα), είναι οι πιο παλιές ταβέρνες του χωριού, που παλαιότερα εμάζευαν όλο το χωριό. Αργότερα, εστιάστηκαν κυρίως στον τουρισμό, χάνοντας τα ερείσματά τους τσου Λιαπαδίτες. Η ταβέρνα του Τσεντούρη, έκλεισε για δύο χρόνια και άνοιξε πάλι το 2004 από το Γιάννη του Πέτρου του Κουίνου.
2.     Ο Παντούλης στην πιτσαρία “Golden Stars”, με την πίτσα του στου Καίσαρη, δεν λειτουργεί όλα τα χρόνια, όταν όμως λειτουργεί, γεμίζει με Λιαπαδίτες και ξένους.
3.     Ταβέρνα γεμάτη με Λιαπαδίτες, έχει ο Μήκιος ο Σταφύλιας.
4.     Ταβέρνα άνοιξε και ο Άσπρος, στην Οδήτρια.
5.     Ταβέρνα είχε στο Απανωλίβαδο και ο Σταρένιος.
6.     Ταβέρνα λειτούργησε στη Γιόφυρα, από τον Κώστα Ρεπούλιο, Τζίτζηρα.
7.     Ταβέρνα έχει ο Σπύρος ο Πιτσάκος, στο δρόμο τση γιόφυρας, που τώρα τη δουλεύει ο Μπουράρος.
8.     Εποχιακά, είναι ανοιχτά και τα εστιατόρια των δύο μεγάλων ξενοδοχείων.
9.     Γραφικό μαγαζάκι, στη Γιόφυρα, έχει η Αθηνά του Σάγκα.
10.  Ψαροταβέρνα είχε ο Τζαβέλας στην Οδήτρια.
11.  Δύο ταβέρνες με το όνομα “Παράδεισος”, είχε ο Νίκος Παγιάτης ο Μπόρος, στην Παλαιοκαστρίτσα και στο Σκριπερό, ενώ τωρα δραστηριοποιείται μόνο στο μαγαζί του Λεμόνη τσου σκάμπους.
12.  Μπαρ με πισίνες –εκτός από τα δύο ξενοδοχεία- έχουνε στο δρόμο τση Γιόφυρας, ο Μήκιος ο Σταφύλιας, ο Γιώργος ο Παπούλας, ο Νίκος ο Μπατούνης, ο Γιάννης ο Καρλαπίπας, το μπαρ Shambala, το μπαρ “Μέδουσα” και ο Σπύρος ο Μπίρλης.
13.  Καφενείο και Inernet Café, έχει η Ρούλα του Γιάννη του Κανακαδίτη τσου Σκάμπους.

Άλλες δραστηριότητες στο χωριό

Το φαρμακείο του χωριού
Συμπληρώνοντας το κεφάλαιο “εμπόριο” στο χωριό, αναφέρουμε ακόμη, και τις παρακάτω εμπορικές δραστηριότητες του χωριού και των χωριανώνε μας.
- Από πολύ παλιά, υπήρχαν στη Γιόφυρα, δύο μαγαζιά ψαροταβέρνες του Πουλακίδα και του Πατάτα.
- Ο Νίκος ο Λεπενιώτης κάνει στο χωριό μεταφορές, γενικό εμπόριο φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων.
- Αντιπροσωπεία μηχανών θαλάσσης Yamaha και Johnson, από το Δημήτρη Νίνο Καρόνια, τσι Αλυκές Ποταμού.
- Αντιπροσωπεία μηχανών θαλάσσης Suzuki, από τον Κώστα Μάζη (τ’ Αγγίλα), στη χώρα.
- Αντιπροσωπείες χαρτικών απορρυπαντικών τσι Φυτειές, από τον Σπύρο Λεπενιώτη, το Βαλεντίνο. Ο ίδιος διατηρεί και ιδιόκτητο κατάστημα λιανικής στο Σαρόκο.
- Θαλάσσια σπορ, έχει ο Νίκος ο Κούλουκας στην Αγία Τριάδα και ο Μήκιος ο Τσολιάς στην Παλαιοκαστρίτσα. Ο Βασίλης τση Κάτες στην Άγια Τριάδα νοικιάζει ποδήλατα.
- Ενοικίαση σκαφών και water taxi, από το Γιάννη τον Κολητήρη και το Μιχάλη Καβαλάρη στην Αλύπα, το Γιάννη τον Μπενιαμή στη Γιόφυρα. 
- Εκδρομές τσου Χωμούς, με σκάφη glass bottom από το Νίκο το Μπατούνη στην Αλύπα.
- Περίπτερο στην πλατεία του χωριού, από το Δημήτρη Παγιάτη, Τσέλβα.
- Περίπτερο, είχε ο Κώστας του Σίμου στη Γιόφυρα.
- Βιοτεχνία τσιμεντόλιθων, από το Σπύρο του Παύλου, στη Σκιάδενα.
- Οινοποία και εμφιάλωση κρασιού, έχει τσι Πλάκες ο Θοδωρής του Σπύρου του Πέπου.
- Τρία ξυλουργεία από τον Άρη το Λαή, το Σπύρο το Λαή και το Νίκο Φλαστάρη.
- Το ξενοδοχείο ΑΜΑΛΙΑ στη Δασιά, είχε παλαιότερα ο Σπύρος Μποζίκης, Προεστός.
- Κρέπες και πίτες, σερβίρει ο Μήκιος ο Αλιπούς στα Μακραδίτικα.
- Μαγαζί με ρούχα, είχε η Κική του Ρουμπίνη στην Οδήτρια, και με μπιζού η γυναίκα του Δημήτρη του Τσογιού.
- Σιδηρουργείο, από το Σπύρο Μπάτιο.
- Βενζινάδικο, από το Σπύρο Κορακιανίτη, το Χομεϊνί.
- Φαρμακείο άνοιξε στο χωριό, η κα. Νικολέτα Πανδή (φωτό).
- Γενικό εμπόριο αποπρρυπαντικών χαρτικών, έχει ο Κώστας Αγάθος, Ρουμανής.
- Τη νεολαία του χωριού και όχι μόνο, “τραβάει” το καλοκαίρι το μπαρ “Shambala”.
- Μηχανάκια νοικιάζει ο Γιώργος Μποζίκης, Γιωργίτσης και ο Σταύρος Παπαμόσχος, στα Βατιλερά.
- Αυτοκίνητα νοικιάζει ο Γιώργος Μποζίκης, Γιωργίτσης, στα Μακραδίτικα.
- Αποθήκη ηλεκτρολογικού υλικού, είχε στο χωριο η επιχείρηση Χαλκιάς-Μεϊδάνης ΑΕ.
- Όμως η πιο γραφική επιχείρηση απ’ όλες, είναι η πλωτή καντίνα του Μήκιου του Θεούλη, που εξυπηρετεί όλες τις λιαπαδίτικες ακτές, εκτός τση Γιόφυρας. 

Παλαιότερες Δραστηριότητες

- Τσαγκαρικό, είχε παλιά ο Νικόλας ο Τσαγκάρης.
-  Μάντρα οικοδομικών υλικών, άνοιξε για δύο χρόνια, ο Γιώργος Φισίγγης, στου Σγόμπου.
- Mini Golf, εφτιαξε στη Γιόφυρα, ο Αντώνης Νίνος, ο Βέδερης.
- Ένα ουζερί άνοιξε για λίγο ο Λεμόνης, με πολλές προοπτικές.
- Ταβέρνα άνοιξε και ο Καρόπουλος (ο γαμπρός του Σινιόρη) στο Νιό, (Μύθος), η οποία
λειτούργησε για ένα χρόνο. Έκλεισε και έκτοτε παραμένει κλειστή.
- Γραφικό μαγαζί είχε παλιά και ο Μήκιος ο Λαίς στη Μηχανή, … όταν άνοιγε.
- Ο Αχιλλέας Παγιάτης, Τσαλίδης, είχε για λίγο καιρό το καφενείο του Αλέκου στη χώρα.
- Παλιοί μαραγκοί ήτανε ο Καπαλούπης, ο Γιώργης ο Μολοχίτης και ο Νικόλας ο Βιάρος.

Τα σχολεία του χωριού


Για τα σχολειά του χωριού έχουμε λίγες πληροφορίες. Δεν καταφέραμε να
φτάσουμε τσι πληροφορίες, θεωρούμε όμως ότι αυτό είναι ζήτημα χρόνου.
Παρουσιάζουμε λοιπόν εσήμερα όσα έχουμε και ζητάμε από όσους ξέρουν να μας
φωτίσουνε περισσότερο.

Το Δημοτικό σχολείο
Η αρχιτεκτονική του Δημοτικού σχολείου Λιαπάδων, αποτελεί στολίδι για το χωριό, καθώς το βλέπουν οι επισκέπτες μπαίνοντας στο χωριό. Είναι ένα νεοκλασικό κτίριο, του οποίου οι εργασίες άρχισαν το 1908 και τελείωσαν το 1910. Πολύ πριν την ίδρυση του Δημοτικού σχολείου Λιαπάδων, λειτουργούσε δημοτικό σχολείο μέσα στην εκκλησία του Αϊ Νικόλα. 
Αυτό το τελευταίο επιβεβαιώνεται και από έγγραφα που είναι καταχωρημένα στα Γ.Α.Κ. Νομού Κέρκυρας, στο φάκελο τση εκκλησιάς του Αϊ Νικόλα. Το Δημοτικό σχολείο, δεν ελειτούργησε τα χρόνια τση κατοχής, αργότερα όμως, για να αναπληρωθούνε τα χαμένα διδακτικά χρόνια, το σχολείο ελειτουργούσε εντατικά, δίνοντας την ευκαιρία τσου μαθητές να παρακολουθούνε τα μαθήματα σε εξαμηνιαίες τάξεις. Έτσι, για δύο συνεχή χρόνια, οι μαθητές σε ένα σχολικό έτος εβγάζανε από δύο τάξεις.

Παρόμοια σχολεία, με τον ίδιο νεοκλασικό ρυθμό, υπάρχουν τσου Δουκάδες και τσου Γιαννάδες. Τα σχολεία αυτά, ιδρύθηκαν στα ως άνω χωριά, με κλήρωση που έγινε στη χώρα, και της οποίας το αποτέλεσμα θεωρήθηκε διαβλητό. Το οικόπεδο του Δημοτικού σχολείου, είναι δωρεά από την εκκλησία τση Άγια Θέκλης. 
Το σχολείο μας το 1920 περίπου
Ο δρόμος πρώτα κατήβενε από εκεί που είναι 
τώρα του Πολυλά, και συνέχιζε με ευθεία μέχρι το Συνεταιρισμό. Η διπλανή φωτογραφία που κάποιο λιαπαδιτόπουλο -καλή του ώρα- την ανέβασε στο Facebook, δείχνει το σχολείο και τη γύρω περιοχή, όπως ήτανε τα χρόνια 1920-1930. Αρχικά λειτούργησε σαν μονοθέσιο σχολείο, και αργότερα σαν διθέσιο. Στη δυτική πλευρά –δίπλα στο θυρώνα- ήτανε υπόστεγο, στο οποίο στη συνέχεια χτίστηκε και δημιουργήθηκε νέα διδακτική τάξη και έτσι το σχολείο έγινε τριθέσιο. Στο υπόστεγο αυτό, εβράζανε παλιά το γάλα που επίνανε όλα τα παιδιά στο διάλειμμα. Στον ίδιο χώρο, η Μαρία του Ράκου και η Κατίνα του Κλίτσα, εμαγειρεύανε το μεσημεριανό φαΐ, που το τρώγανε τα παιδιά στο σπίτι του Παρέδρου, απέναντι από τση Λουκίας.
Το υπόστεγο αυτό, κατεδαφίσθηκε το 2006 και στη θέση του ανεγέρθηκε ένα νέο κτιριακό συγκρότημα με τέσσερις αίθουσες.
Σχολικόν Έτος 1962-1963
Μετά από αυτήν την προσθήκη, το σχολείο είναι εξαθέσιο  και από τη σχολική χρονιά 2007 – 2008, καλύπτει πλήρως τις σχολικές ανάγκες της μείζονος περιοχής. Είναι λυπηρό, ότι στο σχολείο σήμερα δεν υπάρχει κανένα αρχείο, που να μαρτυρεί την ιστορία του. 
Λέγεται, πως κάποιος δάσκαλος μία φορά, … ανακάτωσε και κατάστρεψε –παρά τη θέλησή του-  και τα λίγα έστω ντοκουμέντα, που αφορούν το Δημοτικό σχολείο Λιαπάδων. Στο υπόγειο του σχολείου, υπάρχουν ευρήματα που μαρτυρούν το εκκλησάκι του Αγίου Παντελεήμονος, που προϋπήρχε του σχολείου στον ίδιο χώρο.
 
Το Νηπιαγωγείο

Για το Νηπιαγωγείο Λιαπάδων, δεν υπάρχουνε γραμμένες πληροφορίες. Δεν τηρήθηκαν αρχεία ή η πρόσβαση σε αυτά στάθηκε αδύνατη μέχρι τώρα. 
Όπως μάθαμε, το Νηπιαγωγείο Λιαπάδων, ιδρύθηκε το 1969. Αρχικά ελειτούργησε σε ενοικιαζόμενο χώρο, στο σπίτι του Θοδωρή Μιχ. Αγάθου, Μολοχίτη και αργότερα μεταφέρθηκε στο ακίνητο που χτίστηκε για το σκοπό αυτό στο “Λουτρουβιό τσ’ εκκλησιάς”.  Από το Νηπιαγωγείο πέρασαν κατά καιρούς πολλές δασκάλες-νηπιαγωγοί, οι οποίες με τη δουλειά τους, κέρδισαν την αγάπη των παιδιών.

Το Γυμνάσιο

Το Γυμνάσιο Λιαπάδων άρχισε να λειτουργεί το 1983 σαν παράρτημα του Α' Γυμνάσιου Κέρκυρας, στο χώρο που τώρα φιλοξενεί τη μουσική. Το νέο σχολικό συγκρότημα ιδρύθηκε το ……. στην τοποθεσία “Αρνάτικα”, στη θέση “Πηλός”. Στο χώρο που τώρα καταλαμβάνει το Γυμνάσιο Λιαπάδων, εγινόντανε παλαιότερα το πανηγύρι τση Οδήτριας. Ο χώρος παραχωρήθηκε από την εκκλησία τση Άγιας Αναστασιάς και οι εργασίες ανέγερσης του σχολικού συγκροτήματος αρχίσανε  το …. και ετελειώσανε το.... .
Ο δρόμος παλαιότερα, επήγαινε από την Οδήτρια, ευθεία μέχρι τον Αϊ Θόδωρο. Για να παραμείνει αυτός ο δρόμος με ευθεία, έπρεπε να διαπλατυνθεί. Εμπόδιζε όμως το πηγάδι του Μενούση στον Πηλό. Ο Μενούσης δέχθηκε να δώκει τον τόπο, αλλά ζήτησε να του κάνουν πιο μέσα νέο πηγάδι. Ο εργολάβος δεν εδέχθηκε, γιατί το κόστος εκσκαφής του πηγαδιού, ήταν εκτός προϋπολογισμού. Αργότερα έγινε η υπάρχουσα κυκλική παράκαμψη, με αυξημένο βέβαια κόστος.

Ξένες Γλώσσες
• Η Μαρία Ρεπούλιου-Μποζίκη (τ’ Ανίση), από πολύ παλιά διδάσκει στο χωριό Αγγλικά.
Τα περισσότερα Λιαπαδιτόπουλα  έχουνε περάσει από τα θρανία της.
• Μία Γερμανίδα, η Ούτε, παντρεμένη στο χωριό με το Γιώργο Νίνο, του Παρέδρου, για αρκετό διάστημα, παρέδιδε στο χωριό μαθήματα Γερμανικών.
• Η Καίτη Μάζη του Μέντα, διδάσκει Αγγλικά στο χωριό.
• Η γυναίκα του Φινάντσα, η Μπέβερλι, διδάσκει Αγγλικά πολλά χρόνια.
• Στην Οδήτρια, στο δρόμο τση Γιόφυρας, διδάσκει ξένες γλώσσες η κα. Βαραγκούλη, από τη χώρα.

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

Οι μεταφορές στο χωριό

Τον παλιό εκείνο τον καιρό, οι μεταφορές στο χωριό, εγενόντανε με τα πρόσφορα μέσα τση εποχής. Όπως ολούθε δηλαδή. Για να πάει κάποιος στη χώρα και νάρθει, έπρεπε να πάει με το λεωφορείο τση γραμμής, που το λέγανε “Διάνα” ή “Γιάνα”. Το λεωφορείο ανήβαινε μέχρι το σκολειό και έκανε ένα δρομολόγιο την ημέρα για τη χώρα. Όσοι ήτανε προνομιούχοι, επενιάρανε κούρσα, επλερώνανε κάτι παραπάνω και επηγαίνανε με το Μέμο τον Πέπο, ο οποίος είχε επιβατηγή άμαξα και επήγαινε στη χώρα. Αργότερα ήρθανε δύο κούρσες στο χωριό. Την πρώτη επιβατηγή κούρσα μάρκας Μερσεντές, την είχε ο Αγησίλαος και αργότερα ένα δεύτερο αυτοκίνητο, έφερε ο Λεμόνης. Ο Αγησίλαος είχε καταφέρει να μπει στην τότε κερκυραϊκή ελίτ. 
Γιάννης Λεμόνης:Το πρώτο ταξί του χωριού.
Ο Γιάννης ο Λεμόνης, έπαιρνε κάθε μέρα πέντε επιβάτες για τη χώρα και ξεκινούσε έξω από το Θυρώνα στο σκολειό.
Για τσι μεταφορές λαδιών και άλλων εμπορευμάτων στη χώρα, επηγαίνανε οι καραγωγείς, που είχανε ένα κάρο που το λέγανε λύσσα και που το έσερνε άλογο. Τέτοιοι καραγωγείς ήτανε, ο Στέλιος και ο Μήκιος ο Ατζελής, ο Θοδωρής ο Τζίτζηρας, ο Κουίνος που είχε καραγωγέα το Σπύρο τον Κόντη και ο Μήκιος ο Μολοχίτης, ο Κουφός.
Είχανε μία νότα, ένα στρατσόχαρτο δηλαδή, και εγράφανε τσι παραγγελίες τους.
Αργότερα ήρθανε στο χωριό τα δύο πρώτα φορτηγά δημόσιας χρήσης, από το Δήμο τον Ατζελή και τον Γιάννη τον Κουίνο. Κάθε μέρα, εκουβαλούσανε το λάδι στη χώρα και εφέρνανε παραγγελίες πάσης φύσεως για το χωριό.
Μέσα στο χωριό, ο Νίκος ο Λεπενιώτης και ο Λολής, είχανε τρακτέρια και εκάνανε μεταφορές οικοδομικών υλικών και ότι άλλο επυτήχαινε. Και οι δύο αυτοί χωριανοί μας, μετεξελίχθηκαν. Ο Λεπενιώτης κάνοντας με ΙΧ φορτηγό αυτοκίνητο, μεταφορές από και προς την πόλη, εξυπηρετεί ποικιλοτρόπως τσου χωριανούς. Ο Σταμάτης ο Κόντης, κάνει τσι μεταφορές οικοδομικών υλικών και τεχνικών έργων.
Ο Νίκος ο Μπλούτσας, κάνει όλες τις αγροτικές εργασίες και μεταφορές πάσης φύσεως, μέσα στο χωριό.
Παλαιότερα τρεις Λιαπαδίτες είχανε ταξί. Ο Πέτρος του Κουίνου και ο Αλέκος ο Μπέτης στο χωριό και ο Μήκιος ο Ταπάνας στη χώρα.
Τώρα δεν υπάρχουν λιαπαδίτικα ταξί, καθώς η οικονομική κρίση είχε και για το χωριό, σημαντικές και δυσάρεστες οικονομικές και κοινωνικές προεκτάσεις.

Ένοπλες Δυνάμεις/Σώματα Ασφαλείας

Αναφέρονται εδώ, οι Λιαπαδίτες που υπηρέτησαν ή υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις και τα Σώματα Ασφαλείας. Δεν καταχωρούνται οι έφεδροι και οι απλοί Στρατιώτες, Σμηνίτες, Ναύτες, Χωροφύλακες, Λιμενοφύλακες, Αστυφύλακες κ.λπ.

Στρατός Ξηράς
Αγάθος Σπύρος, Καπότσαρης, Συνταγματάρχης
Κορακιανίτης Γιάννης, Λαΐς, Ταγματάρχης
Μποζίκης Βασίλης, Καπελέτος, Αντισυνταγματάρχης
Μποζίκης Κωνσταντίνος, (Τζάλας), του Δασκάλου, στρατηγός (?) 
Νίνος Γεράσιμος, Δημουλάς, Λοχίας
Νίνος Γεώργιος, Σπυρέτος, Ταγματάρχης
Νίνος Θεόδωρος, Πάρεδρος, Λοχίας
Νίνος Νικόλαος, Κακαρέλης, Βαθμός?

      
Αεροπορία
Αγάθος Ιωάννης, Γαρούνας, Ανθυποσμηναγός
Μιχαήλ Θεόδωρος, Ντορής, Επισμηναγός
Μποζίκης Κωνσταντίνος, Καπελέτος, Αντισμήναρχος
               
Ναυτικό
Αγάθος Αναστάσιος, Καστρίτσης Αρχιπλοίαρχος
Αγάθος Δημήτριος, Μπίρλης, Υποπλοίαρχος
Αγάθος Θεόδωρος, Παπούλας, Πλωτάρχης
Αγάθος Σπυρίδων, Φλαστάρης, Πλωτάρχης
Γουλής Γεώργιος του Αγησίλαου, Πέπος, Πλωτάρχης
Μιχαήλ Θεόδωρος, Ντορής, Ναύαρχος
Μιχαήλ Νικόλαος, Δεκάρας, Πλωτάρχης
Μιχαήλ Σοφοκλής, Ντορής, Υποναύαρχος

Αστυνομία Πόλεων
Αγάθος Γεώργιος, Καπότσαρης, Υπαστυνόμος Β’
Αγάθος Γεώργιος, Μπουρίτσης, Αστυνομικός Διευθυντής Β’
Ρεπούλιος Γεώργιος, Κατσίμπαλης, Αστυνόμος Α’
                 
Χωροφυλακή
Αγάθος Ιωάννης, Μπίρλης, Ανθυπασπιστής
Αγάθος Στέλιος, Ντελής, Ανθυπασπιστής
Μποζίκης Κώστας του Δασκάλου, Μοίραρχος
Μποζίκης Νικόλαος, Καπελέτος, Ανθυπασπιστής
Μποζίκης Νικόλαος, Πέρεκλες, Ενωματάρχης
Ρεπούλιος Δημήτριος, Σαγγελέας, Μοίραρχος

ΕΛΑΣ
Αγάθος Γιώργος, Μπίρλης, Αστυνομικός Διευθυντής ’?
Αγάθος Μιχαήλ, Καλαφάτης, Αστυνόμος Α'
Αγάθος Λέανδρος, Μακελάρης, Υπαστυνόμος Β'?
Αγάθος Σπύρος, Μπέτης, Αρχιφύλακας
Μποζίκης Νικόλαος, Τζαβέλας, Ανθυπαστυνόμος?
Παγιάτης Σπύρος, Γιαννούτσος, Ανθυπαστυνόμος?

Λιμενικό Σώμα
Αγάθος Γεώργιος, Καπότσαρης, Κελευστής?
Αγάθος Ιωάννης, Σινιόρης, Επικελευστής?
Αγάθος Ιωάννης, Λεμόνης, Λιμενοφύλακας?
Κορακιανίτης Γεώργιος, Κοπίδας, Επικελευστής?
Νίνος Δημήτριος, Μουσαρίγκος, Σημαιοφόρος?


Η σημείωση (?) σημαίνει ότι δεν έχουμε πληροφορίες, ή ότι είναι εν ενεργεία και ότι ο βαθμός μπορεί να έχει διαφοροποιηθεί προς τα πάνω.