Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

Περιστατικά ...με λίγα λόγια

• Κάποτε ένας νέος μηχανικός έκανε γεώτρηση στο Τηγάνι για να βρει νερό. Ο νεαρός μηχανικός-εργολάβος που ανάλαβε το έργο, εθεώρησε καλό να ανιβεί το απόγιομα στο χωριό και να μιλήσει με κάποιους γερόντους. Μεταξύ άλλων, ερώτησε και το Στέλιο τον Αντζελή.
-Δε μου λες γέροντα, του λέει: εκεί που έβαλα το γεωτρύπανο, θα βρω νερό;
Και ο Στέλιος ο Αντζελής, του είπε:
-Εμένανε ρωτάς, που θέλω μισό ξεστί νερό το χρόνο για νίψιμο;

• Ο Γιώργης ο Μπίρλης, είχε διαφορές με το Γιώργο το Βούλγαρο, γιατί -όπως έλεγε ο Μπίρλης- ο Βούλγαρος έκοψε το χόρτο σε μία σούδα στο Σκυλοπήγαδο και αυτό υποδήλωνε ότι θέλει να ιδιοποιηθεί τη σούδα. Ο Αγροφύλακας ο Ανίσης, προσπάθησε να συμφιλιώσει τσι δύο πλευρές, ανεπιτυχώς όμως, και η υπόθεση έφθακε στο δικαστήριο. Σύμφωνα με το μηνυτήριο, ο μηνυτής Γιώργος Αγάθος (Μπίρλης), κατηγορούσε τον Γεώργιο Ρεπούλιο (Σαγγελέα), γιατί ήθελε να του πάρει τη σούδα. Ο Πρόεδρος του δικαστηρίου, προσπάθησε να συμφιλιώσει τα δύο μέρη και ο Βούλγαρος εδέχθηκε. Τότε ο εισαγγελέας είπε στον κατηγορούμενο:
-Μην ξαναπειράξεις την ξένη σούδα. Έτσι κύριε …συνάδελφε;
-Μάλιστα, απάντησε ο Βούλγαρος… 

• Μία φορά, επήγε κάποιος στο καφενείο του Πολυλά και του λέει:
 -Τάτση, ψήσε μου ένα καφέ…
Και ο Θοδωρής ο Πάρεδρος που ήτανε εκεί και το άκουσε, είπε κι’ αυτός:
 -Τάτση, τηγάνισέ μου και μένα ένα τσάι….

• Η Βασίλω του Σαράτσουλου, επήγαινε ταχτικά στη χώρα και έπαιρνε κάποιο βοήθημα. Όχι χρήματα, αλλά θρόφιμα. Άλλοντες τση δίνανε κριάς, και άλλοντες νεράτζια. Επήγε που λέτε μία μέρα στη χώρα πως θα τση δώκουνε κριάς, κι' αντίς τση δώκανε νεράτζια.
Και την ερωτήσανε στο χωριό:
- Και γιατί Βασίλω σου δίνουνε βοήθημα;
- Μα δεν είμαι του πολυ-τεκνείου;
 
• Ένα αντρόγυνο στο χωριό, επήγε σε ένα γάμο τα παλιά χρόνια.  Ετότες το γλέντι του γάμου, εγενόντανε στο σπίτι. Ο άντρας, επειδή ήξερε ότι η γυναίκα του ήτανε λίγο κουτέλα, τσείπε: μην πεις τίποτα αν δε με ρωτήσεις. Σε λίγο η γυναίκα, παίρνοντας το ποτήρι με το κρασί στο χέρι της,  ρωτάει τον άντρα της:
- Τι να πώ, (τι να ευχηθώ);
Και ο άντρας της τσείπε:
- Πιές και τσώπα.
Οπότε αυτή, ασκώνει το ποτήρι της και λέει δυνατά:
-Πιές και τσώπα, πιες και τσώπα!

• Ο Καβαλίνας επούλουνε ντομάτες έξω από του Πατερού και εφώναζε
- Πάρτε ντομάτες με κοπριά… - Πάρτε ντομάτες με κοπριά…. 
Και ο Γιάννης του Δυσσέα που ήτανε στο μπότζο του Αντζελή, εφώναζε:
- Πάρτε ντομάτες με καβαλίνες… - Πάρτε ντομάτες με καβαλίνες…

• Ο Γιάννης ο Μπαλής, έβαλε το Σπύρο τον Τυρή και τούκοψε το δάχτυλο του δεξιού χεριού του, για να μην πάει στρατιώτης … και δεν επήγε!

• Ο Νικόλας ο Καινούριος, πήγε στρατιώτης στα Γιάννενα επί κατοχής για να προωθηθεί στο μέτωπο. Όταν έφθασε στο στρατόπεδο, άλειψε χέρια και ποδάρια με χειλιδρονιά και έγιόμισε φουλτάκους. Όταν τον είδε ο γιατρός τον έστειλε στο νοσοκομείο και όχι στο μέτωπο.. 

• Παλαιολιαπαδίτικη διάλεκτος. Ο Μιχαλιός ήτανε σιδηροδρομικός. Σε κάποιο σταθμό, ήτανε μαζωμένοι υπάλληλοι από διάφορα μέρη τση Ελλάδας και εμιλούσανε για τσι ελληνικές διαλέκτους. Εβάλανε μάλιστα και στοίχημα, ποιός θα πεί μία φράση χωρίς να γίνει κατανοητός από τσου άλλους. Το στοίχημα το κέρδισε ο Μιχαλιός ο οποίος απευθύνθηκε σε κάποιονε και τούπε:
...Τσαρκάλεψε ορέ στη μπουζουνάρα τσι γιακετός μου, και φέρε μου τη σκάτουλα με τα ξυλάκια“.

• Επίσκεψη στο γιατρό. Μία Λιαπαδίτσα, τα παλιά χρόνια, ήθελε να πάει στη χώρα στο γιατρό (το γυναικολόγο), μα εντρεπόντανε και επήρε μαζί της και τη φιλονάδα της την Αγγέλω.
Τση λέει ο γιατρός:
- Τι έχεις; Πού είσαι αδιάθετη;
- Έχω φουντώματα, σμπαρώματα κι’ αδυναμία στα κλιτσιά. Και κάνω γιατρέ μου και σα την κολαρίνα σου. (ήθελε να πεί ότι έχει ευκοίλια και ότι τα κάκα της, έχουνε κίτρινο χρώμα, σαν τη γραβάτα του γιατρού).
- Πού είναι η διαμονή σου; τη ρωτάει ο γιατρός..
- Τί είπες γιατρέ;
- Πού είναι η διαμονή σου;
- .....
- Μα σε ρώτησα, πού είναι η διαμονή σου, τση ξαναλέει ο γιατρός.
Και η γυναίκα έκαμε μία χειρονομία και δείχνοντας τα γεννητικά της όργανα του λέει:
- Εδώ είναι το έρημο και τ’ άκλερο.
- Μα πού μένεις; πού κατοικείς;
- Α… τσου Λιαπάδες …

• Κάποτε κάποιος από την Άφρα, επήγε στη χώρα στο γιατρό και ο γιατρός όταν τον εξέτασε τούπε: 
-Εκεί στο χωριό σου έχετε και σύκα..
-Ναι, να σου φέρω γιατρέ στο άλλο βιάτζο.
Ετοίμασε λοιπόν ένα κοφίνι με σύκα, αλλά για να τον ευχαριστήσει, έβαλε όλα τα ώρουμα. Την άλλη μέρα τα επήγε με το γάϊδαρο στη χώρα, και τάδωκε του γιατρού. Αυτός μόλις τάνοιξε, είδε ότι είχανε γένει μπλάθρι. 
Το κατάλαβε ο χωριάτης, και είπε του γιατρού:
- Με το συμπάθειο, σείσε σείσε το γαϊδούρι, τα σύκα εγινήκανε σκατά. Αλλά φάτα αυτά, και άλλη φορά θα σου φέρω καλύτερα.

• Εχάθηκε ένα παπούτσι. Ο Στέλιος ο Αντζελής, επήγενε με τη λύσσα στη χώρα και εκουβάλουνε λάδια. Τη λύσσα την έσερνε άλογο και ο δρόμος ήτανε κακός. Ασκωνόντανε δύο ώρες να φέξει και όταν έγερνε το βράδυ στο χωριό, έπαιρνε στο δρόμο και καένα σουρούπι. Έτσι αποκοιμησμένος, με τα κορδόνια λυτά, έχασε το ένα του παπούτσι. Και πού να το βρεί; Εσκέφθηκε λοιπόν, επήγε σ’ ένα μαγαζί στου Σκουλήκη και έγραψε μία νότα που έλεγε: “Όποιος έβρηκε ένα παπούτσι, να το αφήκει εδώ. Ειδεμή να του αφήκω και το άλλο”.
 έως
• Το κουτσοκοτί τση Ζαργάνας. Κάποιοι κλέφτες, εδιαδώσανε ότι στο τράφο τση Ζαργάνας, υπήρχε ένα διαβολικό πνεύμα, που το λέγανε “κουτσοκοτί”. Αυτό το λέγανε, για να μην πάει ο κόσμος εκεί, και να μπορούνε μοναχοί τους, να κλέβουνε κότες ελεύθερα.

• Θάλασσα στο βουνί. Τσι Λούστρες, στο χτήμα του Τσεντούρη, εκεί που εκαθόντανε ένας γάιδαρος, υποχώρησε το έδαφος και έπεσε σε βάθος δέκα μέτρα. Όταν εκατηβήκανε να τονε βγάλουνε, είδανε στο έδαφος, άμμο τση θάλασσας.

• Η ταβέρνα του Μπιτσική στο Ρουφ. Στην Αθήνα στο Ρουφ, στο τέρμα του τραμ, ήτανε η ταβέρνα του Μπιτσική. Όλη μέρα ο Μπιτσικής εγύριζε και επούλουνε μαναβική τσι γειτονιές με το κάρο και το βράδυ η γυναίκα του η κυρά Λένη και η αδερφή της η Φρόσω, είχανε την ταβέρνα. Ο Μπιτσικής ήτανε Λιαπαδίτης. Ήτανε αδελφός τοιυ Σταθουλή του Προέδρου. Όλοι ο Λιαπαδίτες τση Αθήνας, περνούσανε από κει, που άλλωστε ήταν και το στέκι τους.

Σταθμός Χωροφυλακής τσου Λιαπάδες. Ο Σταθμός Χωροφυλακής Λιαπάδων, στεγάστηκε στο σπίτι του Φώντη του Καμπανέλη, περίπου στα τέλη του περασμένου αιώνα ή κατά άλλους το 1942. Πολλοί Λιαπαδίτες θυμούνται το γεγονός, ακόμη και ότι η γύρω περιοχή ονομαζότανε Σταθμός. Όμως υπάρχουν δύο ακόμη μαρτυρίες, τις οποίες απλά καταχωρούμε. Κάποιος ανέφερε ότι ονομαζότανε Σταθμός, επειδή εκεί κάποτε σταματούσε το λεωφορείο για τη χώρα. Κάποιος άλλος ανέφερε ότι εκεί υπήρχε Σταθμός Χωροφυλακής το 1942 μέχρι το 1943, στο διάστημα της βραχύβιας κατοχής της Κέρκυρας από τους Ιταλούς. Όμως, ενώ δεν υπάρχουν έγγραφες πληροφορίες, υπάρχουν ακόμη και σήμερα (2017) μαρτυρίες επιζώντων.

Τα μακριά σώβρακα. Κάποιος παλιός Λιαπαδίτης επήγε στη χώρα και επήγε σε ένα μαγαζί που επούλουνε νεωτερισμούς. Πάει στην πωλήτρια και τση λέει: 
- “θέλω να μου δώκεις μακριά σώβρακα”.
- Πόσο μακριά του λέει εκείνη...
- Από το Νοέμβρη μέχρι το Μάρτη, τσείπε εκείνος...
Τα παλαιά χρόνια που δεν είχανε καλοριφέρ ήπρεπε να αντιμετωπίσουνε το κρύο και τη νότια. Γιαυτό, εφορούσανε τα βράδια, από πάνω φανέλες τσούκνινες και από κάτω μακριά σώβρακα που αρεβέρνανε μέχρι τσου αστραγάλους.

Ήτανε κάποντες στο χωριό κάποιος που τονε λέγανε Διονύση. Αυτός όλο επαραπονιόντανε που ήτανε φτωχός και δεν είχε όβολα. Και τούπε ετότες ο Θοδωρής ο Πάρεδρος:
- Γιατί δεν χαλεύεις όβολα από το Θεό;
- Και που να τον εύρω να του χαλέψω; 
- Άκουσε του λέει: Θα στείλεις ένα τηλεγράφημα στο Θέονε και θα του χαλέψεις όβολα. Θα στο γράψω εγώ. Έγραψε λοιπόν ο Θοδωρής:
- “Ο Διονύσιος επί της γης, προς τον Πατέρα εν τοις ουρανοίς. Στείλε λεφτά γιατί είμαι δυστυχής”. 
Και η απάντηση ήρθε σε δύο μέρες, όπως την έγραψε ο Θοδωρής:
-“Ο Πατήρ εν τοις ουρανοίς, προς τον Διονύσιο επί της γης. Αν δεν έχεις λεφτά, να πας να πνιγείς”. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου